Wednesday, 29 October 2008

Sunday, 26 October 2008

Πάντα θα κλαίς τις Κυριακές
Που όλες οι σιωπές δεν σε χωράνε
Πάντα οι ίδιες αντοχές
Θα φτάνουν ως την άκρη και θα σπάνε

Πάντα θα χάνεις συλλαβές
Τα λόγια σου ένας παλιός καθρεύτης
Θα σε ζαλίζουν οι φωνές
Δυο βήματα θα κάνεις και θα πέφτεις

Κι αν σκοτείνιασες
Κι αμα νομίζεις όλα πια τα έχεις χάσει
Έλα, εγώ είμαι εδω
Σ’το ορκίζομαι κι αυτό πως θα περάσει.

Πάλι το βράδυ δε θα βγεί
Τα πόδια σου ξανά δεν σε κρατάνε
Πάλι στην ίδια φυλακή
Τα μάτια σου τους τοίχους να μετράνε.

Monday, 20 October 2008

Ο Έτσι και η Μαρία ... (Συνέχεια 9)

Το μετά
Κάτι παιχνίδια που παίζει η μοίρα μας κι’ αλλάζει τα χαρτιά
ένα στη θάλασσα ήταν το κύμα μας
μα στη στεριά, αλλού μας πέταξε
και τώρα να, δίπλα σου πέρασα
και ούτε ένα γεια.
(Γιώργος Κρητικός)

Η εβδομάδα που ακολούθησε αιωρήθηκε ανάμεσα στην φαντασία και στην πραγματικότητα χωρίς να αφήνει ευδιάκριτα όρια και περιθώρια. Τα βράδια ήταν δικός της. Μες τα ονειρά της έκανε σχέδια, ταξίδια, αγκαλιές... Τον φιλούσε στην Πράγα, τον αγκάλιαζε στο Παρίσι, του έκανε έρωτα σε κάποια παραλία στο Καστρί, τον αγαπούσε σε τρένα, λεωφορεία, πλοία, αεροπλάνα...
Μεγάλωναν τα παιδιά τους μαζί, μαλώνανε, γελαγανε, αγαπιόντουσαν! Ζούσανε στο παλίο τους σπίτι ξανά, κοιμόντουσαν αγκαλιά τα βράδια, βλέπανε ταινίες παρέα, μαλώνανε, τα ξαναβρίσκανε...
Και μετά κάθε πρωί ξυπνούσε σε μια πραγματικότητα που ο Έτσι δεν χωράει.
Που ταξιδεύει με την Κατερίνα, ζει με την Κατερίνα, την αγαπάει, τον αγαπάει, κάνουν παιδιά μαζί, όνειρα, αγοράζουν σπίτι...
Της γινόταν όλο και πιο δυσκολο το να ξυπνάει. Δεν ήθελε να φεύγει απο την πραγματικότητά της. Δεν ήθελε να αντιμετωπίζει την μοναξιά... Αυτή την αφόρητη μοναξιά που δεν τη διαλέγεις, αλλά μπαίνει κάποια μέρα μέσα σου χωρίς να το καταλάβεις και σου τρώει τα σωθηκά.
Μόνο στον ύπνο ξεχνιόταν, καμιά φορά... σκέφτόταν πως τα όνειρα, όσο τρομακτικά κι αν είναι, είναι καλύτερα απ’ τη ζωή. Γι’ αυτό κοιμόταν, δέκα, δώδεκα ώρες, να φεύγει η μέρα, να χάνεται, να μη χρειαστεί να την αντιμετωπίσει. Φοβόταν τις νύχτες εκείνες τις άυπνες. Που στριφογυρνά στο μαξιλάρι κι ανακατεύει τα σκεπάσματα κι ησυχία δε βρίσκει. Τότε που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκέφτεται... να σκέφτεται αδιέξοδα και λαβυρύνθους...
Η ακριβοκερδισμένη ανεξαρτησία της δεν την έπειθε πια. Σκέφτεται μήπως τελικά όλα όσα πέτυχε μοιάζουν με ένα τεράστιο όγκο απο χρυσάφι, βαρύ και ασήκωτο που πρέπει να κουβαλάει αδιάκοπα μέσα σε μια φλεγόμενη έρημο, ενώ το μόνο που πραγματικά χρειάζεται είναι ένα ποτήρι νερό για να ξεδιψάσει.
Είναι δυνατή και ανεξάρτητη... Έτσι λέει στον εαυτό της πριν κοιμηθεί το βράδυ... όταν ακούει τις πόρτες να τρίζουν και παλιοί φόβοι ξυπνάνε μέσα στο κεφάλι της, όταν σηκώνεται 100 φορές και ελέγχει αν είναι κανείς μέσα στο σπίτι... Είναι δυνατή και ανεξάρτητη... Και μόνη...
Μόνο στη δουλειά πήγαινε πια. Και μετά γύριζε σπίτι και κοιμότανε. Έπινε... κάπνιζε... δεν μιλούσε σε κανένα, δεν ήθελε να δει κανένα... Ποιός μπορούσε να καταλάβει τι περνάει;
Μόνο ο ΄Ετσι... Μόνο εκείνος μπορούσε να την καταλάβει.
Μια μέρα δεν άντεξε άλλο και του έστειλε μήνυμα:
«Θέλω να σε δώ».
Η απάντηση δεν άργησε, αλλά.... Καλύτερα να μην ερχότανε ποτέ.
«Δεν μπορώ Μαρία. Το ξέρεις οτι δεν μπορώ. Είμαι με την Κατερίνα... Τί να της πω;»
Λόγια μικρά... Τι να της πεί;
Εκείνη περιμένει να του πεί τι θα της πεί; Μα δεν θέλει να τη δεί; Στο κάτω κάτω, τόσα χρόνια φίλοι είναι. Δεν μπορεί να πάει να τη δει σαν φίλη;
Μερικές φορές τα συναισθήματά μας, τυφλώνουν τη λογική. Αν δεν ένοιωθε τίποτα για τη Μαρία, θα πήγαινε να τη δει, αλλά τώρα... νοιώθει... και αυτομάτως στο μυαλό του αυτή η συνάντηση μεταφράζεται σε κάτι κακό. Κάτι βρώμικο. Έχει τύψεις... Δεν θέλει να πληγώσει την Κατερίνα. Στο κάτω κάτω, εκείνη τί του φταίει;
Κι εκεί που η Μαρία νόμιζε οτι χειρότερα δεν γίνεται, με το μήνυμά του κατάλαβε οτι γίνεται... Πολύ χειρότερα γίνεται...
Είναι μόνη, είναι μισή και.... δεν θα τον ξαναδεί... ποτέ;
Δεν θέλει να σκεφτεται. Παίρνει ένα μπουκάλι και αρχίζει να πίνει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Θέλει να μουδιάσει το μυαλό της με το αλκοόλ, να μην σκέφτεται, να μην πονάει...
Ένα απο εκείνα τα όνειρα έρχεται δειλά στο μυαλό της... Το διώχνει βίαια!! Όχι! Δεν θα είναι ποτέ μαζί. Δεν θα πάνε ποτέ στην Πράγα, ούτε θα κάνουν έρωτα σε μια παραλία. Δεν θα καταφέρει να του δείξει όσα αγαπάει... Δεν θα μπορέσει να τον ταξιδέψει στον κόσμο της, στη ζωή της...
Της φεύγει... Της έφυγε...
Τον βρήκε και τον έχασε σε ένα λεπτό. Ίσως τον είχε χάσει πριν ακόμα τον βρεί...
Ίσως...
Μερικές μέρες μπαίνει στον πειρασμό να νοσταλγήσει παλιούς έρωτες... Εκεί που θυμάται μια ζεστασιά και μια γλυκύτητα ανεκτίμητη. Όμως το ξέρει πια καλά πως πίσω απο αυτή τη ζεστασιά και την τρυφερότητα καιροφυλαχτεί ένα πρόσωπο σκληρό και αλύπητο πάντα. Η προδοσία.
Αυτό που κάποτε σε εγκαταλείπει, αυτό που κάποτε εγκαταλείπεις εσύ, αυτό που κάπου σε προδίδει, ή εσύ το προδίδεις, αυτό που τελικά ήταν λιγότερο απο ότι περίμενες, αυτό που αποδείχνει οτι ήσουν λιγότερη απο όσο περίμεναν. Ο επίλογος!







Συνεχιζεται...

Tuesday, 14 October 2008

Θέλω ένα παραμύθι...

Δεν είναι οι αγάπες ποτέ όπως στα παραμύθια.
Κανένας μαγικός πρίγκηπας δεν θα καταφέρει με τα φιλιά του να σε βγάλει απο το λήθαργό σου.
Κανένας ιππότης δεν θα σκοτώσει τους δράκους της ζωής σου.
Καμιά νεράιδα δεν θα σε μεταμορφώσει σε πριγκήπισα και κανένας πρίγκηπας δεν θα ασχοληθεί να βρεί σε ποιόν ανήκει το γοβάκι που έχασες.
Σήμερα η σταχτομπούτα καθαρίζει ακόμα την κουζίνα της περιμένοντας κάτι να αλλάξει...
Η ωραία κοιμωμένη κοιμάται τα βράδυα μόνη προσμένοντας τον πρίγκηπα που δεν έρχεται...
Η χιονάτη δάγκωσε το μήλο και έμεινε με τη γεύση του δηλητήριου στο στόμα...

Κανένας δεν θα δώσει τη ζωή του για την αγάπη. Εδώ που τα λέμε, ούτε καν μέρος της ζωής του δεν θα δώσει. Γιατί να θυσιάσουμε; Γιατί να αλλάξουμε; Αφού μπορούμε κάλλιστα να αφήσουμε τα «Προβλήματα» πίσω μας και να πάμε για άλλα.
Ποιός παλεύει για τη σχέση του στις μέρες μας;
Ποιός παλεύει να κρατήσει δίπλα του αυτόν που αγαπά;
Κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρεύτη...
Στις παλιές και καινούριες φωτογραφίες...
Δεν είμαι πια η ίδια.
Ρυτίδες, άσπρα μαλλιά, τα μάτια μου... Αχ, πάνω απο όλα, τα μάτια μου... Γέρασε το βλέμμα μου, κουράστηκε να κοιτάει...
Ψάχνω να βρώ εκείνον τον παλιό μου εαυτό.
Πού είμαι;
Πότε με έχασα;
Πώς γυρίζουν πίσω τώρα;
Πώς να το αλλάξω αυτό;

Sunday, 12 October 2008

"Η ζωή είναι σαν το κρεμμύδι...
Βγάζεις κάθε φορά και απο ένα φλούδι...
...και καμμιά φορά
κλαίς..."

Καρλ Σαντμπεργκ

Saturday, 11 October 2008

Το ξέρω οτι μεγάλωσες πια.
Δεν χρειάζεσαι κανέναν να σε προσέχει και να σε φροντίζει.
Τα καταφέρνεις μια χαρά τόσα χρόνια μόνος σου καρδιά μου...

Εγώ όμως σε βλέπω σαν παιδάκι ακόμα... Σαν ένα μωρό ευάλωτο και ευαίσθητο και θέλω να σε προσέχω... Να σε φροντίζω, να σε προστατεύω...

Όχι επειδή με χρειάζεσαι εσύ...
Αλλά επειδή σε χρειάζομαι εγώ!!

Wednesday, 8 October 2008

Έλα μαζί μου....
Υπόσχομαι να σου κρατάω το χέρι σε όλη τη διαδρομή...


Tuesday, 7 October 2008


Well there's nothing I truly desire
There's nothing that I really want
But the times I find myself in the fire
You choose between the right and the wrong

I wish I could control all my judgements
Understand every move
Take my mind and all of it’s voices
Tell me what should I do

Sometimes I feel like I’m stuck in your head
And I wonder
One day I’ll move get away
From these feelings getting stronger
Sometimes I feel like it's not so fun
To see what's under
Let me out let me out
I don’t think I can stand it any longer

I remember being part of that era
I remember being so far from home
All the times I needed someone to hear me
Cos I’ve never felt so much on my own

All the trouble that you have with your future
All the rules that make your life so secure
There are people who will give their opinions
But tell me what do they know

Sometimes I feel like I’m stuck in your head
And I wonder
One day I’ll move get away
From these feelings getting stronger
Sometimes I feel like it's not so fun
To see what's under
Let me out let me out
I don’t think I can stand it any longer
Who d'you think you're talking to...

Saturday, 4 October 2008


Έκανε το γύρο του κόσμου και σκοτώθηκε στη Βαρυμπόμπη
4 Σεπτεμβρίου 2008, 19:53

Σχεδόν είκοσι μέρες μετά τον τραγικό θάνατο 70χρονου Βρετανού ποδηλάτη στην εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας, στο ύψος της Βαρυμπόμπης, από τροχαίο που προκάλεσε ασυνείδητος οδηγός, η βρετανική εφημερίδα Daily Mail αποκαλύπτει ότι επρόκειτο για ένα σύγχρονο «Μάρκο Πόλο».

Ο Ίαν Χίμπελ, όπως ήταν το όνομά του, 40 ολόκληρα χρόνια γύριζε όλο τον κόσμο, με μοναδικό του «σύντροφο» το ποδήλατό του. Στη διάρκεια της ατελείωτης περιπλάνησής του στον κόσμο από την Ανταρκτική μέχρι τον Αμαζόνιο και από την Αλάσκα έως την Ινδονησία, πυροβολήθηκε από ληστές, κινδύνεψε να τον φάνε ζωντανό τροπικά μυρμήγκια, έπεσε σε βάλτους, κυνηγήθηκε από ελέφαντες και μία φορά του επιτέθηκε ένα πεινασμένο λιοντάρι.

Ωστόσο, κατάφερε να παραμείνει ζωντανός. Μέχρι που ήρθε στην Ελλάδα και έπεσε θύμα ενός ασυνείδητου οδηγού, που, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, έκανε κόντρες με ένα άλλο αυτοκίνητο. Ο 70χρονος διέσχιζε με το ποδήλατό του την εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας, όταν ένα αυτοκίνητο τον χτύπησε θανάσιμα και τον παράτησε. Ο κοσμογυρισμένος άντρας, άφησε την τελευταία του πνοή λίγη ώρα μετά την μεταφορά του στο νοσοκομείο, ενώ ο 32χρονος δράστης συνελήφθη την επόμενη μέρα στην Κηφισιά.

Friday, 3 October 2008

I'm losing you...

My love she throws me like a rubber ball
She wont catch me or break my fall
Babys got blue skies up ahead
But in this Im a rain cloud
You know she likes a dry kind of love



Im losing you
Hey hey hey, Im losing you...
Aint love the sweetest thing

I wanted to run but she made me crawl
Eternal fire, she turned me to straw
You know I got black eyes
But they burn so brightly for her
Mine is a blind kind of love

Im losing you ...
Oh oh oh, Im losing you.
Aint love the sweetest thing ...
Blue-eyed boy and this brown-eyed girl
You can sew it up but you still see the tear
Babys got blue skies up ahead
And in this Im a rain cloud
You know we got a stormy kind of love
Oh oh oh, the sweetest thing...

Μα εγώ είμαι εντάξει... μην ανησυχείς!

Ένα, ένα τα φώτα θα σβήσουν
από τώρα έχει πέσει η σιωπή
είναι πάντα γυμνή τούτη η ώρα
αν θυμάσαι, μια φορά στο 'χα πει...

Ήμουν λίγος, το ξέρω, απόψε
δε βοήθησες καθόλου όμως κι εσύ...
πώς ν' αρχίσω και να προχωρήσω,
από μια καλησπέρα μισή...

Μα εγώ είμαι εντάξει, είμαι εντάξει
είμαι εντάξει μην ανησυχείς!
αν το θέλεις είμαι εντάξει...
αν αυτό σε βοηθάει πιο πολύ...

Ήμουν λίγος, το ξέρω, απόψε
δε βοήθησες καθόλου όμως κι εσύ
πώς ν' αρχίσω και να προχωρήσω
από μια καλησπέρα μισή

Μη μου δίνεις κουράγιο, δε θέλω
δεν είμαστε παιδιά έτσι κι αλλιώς
κι αν βουρκώνουν τα μάτια μου λίγο
τα τσιγάρα πολλά και θα φταίει ο καπνός

Μα εγώ είμαι εντάξει...

Όλο το βράδυ το είδα να φεύγει
πίσω απ' τα μάτια σου τα μακρινά
και το πρωί που μου είπες να φύγω
σου πήρα ένα απλό "γεια χαρά"

Ίσως αύριο μου τηλεφωνήσεις
να μου πεις πως δεν είσαι καλά
αμέσως πάλι κοντά σου θα τρέξω
να ξαναπάρω ένα νέο "γεια χαρά"

Μα εγώ είμαι εντάξει...

Wednesday, 1 October 2008

Ο Έτσι και η Μαρία... (συνέχεια 8)




Τον πήρε τηλέφωνο μια μέρα αναπάντεχα. Ακουγόταν κουρασμένη, αγχωμένη, ανήσυχη. Ζήτησε να τον δεί και δεν της αρνήθηκε.
Ήταν κάτι που έπρεπε να ξεκαθαρίσει πια στη ζωή του. Μια εκκρεμότητα. Η Μαρία... Η Μαρία του... είχε γίνει μια εκκρεμότητα που έπρεπε να ξεκαθαρίσει. Δεν μπορούσε να την σκέφτεται πια, ούτε να την αγαπάει. Ήθελε να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά. Να την αφήσει πίσω του, να την ξεχάσει, να μπορέσει να ζήσει τη ζωή του με την Κατερίνα απερίσπαστος. Θα της μιλούσε σήμερα. Θα της έλεγε πως πρέπει να μείνουν μακριά για λίγο. Μέχρι να ξεχάσει.... Μέχρι να μπορεί να ζεί χωρίς την μορφή της να τον στοιχειώνει...
Την είδε εκεί, στο σταθμό των λεωφορείων, λουσμένη σε ένα χρυσό φως να περπατάει προς το μέρος του και ένοιωσε λες και ο κόσμος ολόκληρος εξαφανιζόταν σε κάθε της βήμα. Την κοιτούσε και χανότανε στα μάτια της. Πόσο όμορφη... Πόσο όμορφη...
Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε. Πόσο την αγαπάει... πόσο του λείπει... Αχ, αν γινόταν να είναι αλλιώς τα πράγματα...
Την έσφιξε όσο πιο δυνατά μπορούσε στα χέρια του, λες και θα του έφευγε αν τα άνοιγε. Ένα μικρό πουλάκι χωμένο βαθιά στην αγκαλιά του. Στην καρδιά του.
Γύρισε το κεφάλι της, το πλησίασε στο μάγουλό του, μπορούσε να νοιώσει την ανάσα της...
«Έτσι... θέλω να σου πώ κάτι...» του ψυθίρισε...
«Δεν χρειάζεται να μου το πείς» της είπε με σταθερή τρυφερή φωνή. «Το ξέρω. ... Κι εγώ σ’αγαπώ».
Πρώτη φορά το ένοιωσε σ’αυτό της το άγγιγμα. Πρώτη φορά το ένοιωσε κι ας το ήξερε κατα βάθος απο καιρό. Κι η Μαρία τον αγαπάει...
Εκείνη τινάχτηκε πίσω και τον κοίταξε με απορία. Κάτι πήγε να πει, μα εκείνος την τράβηξε πάλι πάνω του και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Πρέπει να φύγεις Μαρία» της είπε λυπημένα.
«Το ξέρω» του είπε αργά...
Γύρισε και έφυγε. Δεν κοίταξε πίσω... Έφυγε... Με το επόμενο λεωφορείο γύρισε Αθήνα.
Εκείνος μπήκε στο αυτοκινητό του και κοιτούσε το πούλμαν να απομακρύνεται σηκώνοντας σκόνη. Άναψε ένα τσιγάρο και έκατσε έτσι, εκεί, να κοιτάει τον ορίζοντα για πολλή ώρα.
Την άφησε να φύγει...
Την αγαπάει και την άφησε να φύγει...
Τον αγαπάει και την άφησε να φύγει...
Αραγε θα μπορέσει ποτέ να συγχωρέσει τον εαυτό του για αυτό; Ή θα βασανίζεται πάντα να μάθει τί θα είχε γίνει αν τολμούσε εκείνη τη στιγμή να αλλάξει όλη του τη ζωή;
Μα δεν μπορεί... Η Κατερίνα τον αγαπάει. Τον έβαλε στο σπίτι της, στην οικογενειακή επιχείρηση. Έχει επενδύσει πάνω του, έχει κάνει όνειρα, σχέδια. Δεν μπορεί να την πληγώσει έτσι. Δεν της αξίζει να την πληγώσει.
Κι αν με την Μαρία μπορεί να είναι αληθινά ερωτευμένος; Κι αν εκεί κρύβεται μια ζωή αληθινή; Κι αν αυτός ο δρόμος , ο δρόμος της καρδιάς του ειναι ο σωστος;
Σκέφτεται οτι εκείνο που πραγματικά τον έσπρωξε να πεί αυτό το «όχι» που του στοίχισε την ψυχή του ήταν μια βαθιά αίσθηση χρέους...
Ίσως δεν θα το μάθει ποτέ...
Συνεχίζεται.....