Friday, 27 February 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 17)

Όχι πολύ μακριά
Απόγευμα με ώχρα και φως.
Έκανε κρύο. Είχα το σώμα σου
στην τσέπη και πήγαινα σπίτι
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ


Εκείνο το βράδυ, μετά το σινεμά, ο Έτσι της πρότεινε να φύγουν ένα Σαββατοκύριακο οι δυό τους.
Όνειρο...
Ένα Σαββατοκύριακο μαζί του, χωρίς να χρειαζεται να κρύβονται, χωρίς να χρειάζεται να σκέφτεται τίποτα. Ένα Σαββατοκύριακό μέσα στα χέρια του. Ένα Σαββατοκύριακο πνιγμένο στα φιλιά του. Ένα Σαββατοκύριακο στον παράδεισο.
Άρχισε να πετάει μόνο που το σκέφτηκε. Χιλιάδες πιθανοί προορισμοί περνούσαν απο το μυαλό της αδιάκοπα. Χρόνος... Το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να της κάνει ήταν αυτό. Χρόνος μαζί του. Χρόνος...
Μα πώς θα το δικαιολογούσε αυτό στο Δημήτρη; Για τον Έτσι δεν ήταν και πολύ δύσκολο γιατί ταξίδευε συχνά με τη δουλειά. Εκείνη όμως τί θα έλεγε;
Ο γάμος του ξαδέρφου της στα μέσα του επόμενου μήνα ήρθε σαν απο μηχανής θεός. Του Δημήτρη δεν του άρεσαν ποτέ τα πολύ οικογενειακά πράγματα οπότε δεν θα της ζητούσε να πάει μαζί... Ναι! Ήταν τέλεια ευκαιρία.
Δεν πήγαν μακριά... Μέχρι το Λουτράκι...
Και ήταν αρκετό.





Απο το ημερολόγιο της Μαρίας :

Εκείνη τον παίρνει τηλέφωνο. Εκείνος προσπαθεί να μιλάει φυσιολογικά, αλλά κάτι στη φωνή του αλλάζει. Ανεπαίσθητα... Κοιτάει αλλού, η φωνή του σα να τρέμει λίγο... Εκείνη ίσα που ακούγεται στην άλλη πλευρά του ακουστικού. Μπορώ να ακούσω τί λέει... όχι πολλά... Μερικές φορές βγαίνω απο το δωμάτιο. Το παίζω υπεράνω και δεν θέλω να ακούσω τί λένε. Άλλες πάλι δεν είμαι τόσο δυνατή και κάθομαι εκεί, προσπαθώντας να καταλάβω τί συμβαίνει.
Τον ακούω να της λέει ψέματα, να απαντάει μονολεκτικά... Δεν μπορεί να μην το καταλαβαίνει. Δεν είναι χαζή. Δεν μπορεί να μην έχει καταλάβει οτι κάτι συμβαίνει. Και... όταν είναι μαζί της πώς είναι άραγε; Την κρατάει αγκαλιά οπως εμένα; Την φιλάει όπως εμένα; Της διαβάζει παραμύθια; Την αγαπάει; Την χρειάζεται;...
Όλα αυτά που εκείνος μου έκρυβε για να μην πληγώνομαι, όλα αυτα που μου κρύβει για να μην τσαντίζομαι και μαλώνουμε έχουν χτίσει ένα λαβύρινθο ανάμεσά μας και προσπαθώ να βρώ το νήμα. Ψάχνω μέσα στα τηλεφωνήματά της να το βρώ... Ίσως δεν είναι εκεί...
Όλα βαίνουν καλώς.
Προχτές είχαμε πάει κάπου μαζί για το Σαββατοκύριακο. Προσποιηθήκε δουλειά και φύγαμε για δύο μέρες. Εκείνες της δύο μέρες ο λαβύρινθος διαλύθηκε και όλα έγιναν πεντακάθαρα και κατανοητά. Δεν είχαμε πια μπερδεμένες καταστάσεις. Μόνο δύο άνθρωποι που αγαπιούνται και περνάνε δυο μέρες μαζί. Μόνο δύο άνθρωποι που αγαπιούνται... Ξυπνήσαμε αγκαλιά, φάγαμε πρωινό στο κρεββάτι, πήγαμε βόλτα στην παραλία... Του κρατούσα το χέρι σε όλη τη διαδρομή. Εδώ ποιος να μας δεί... Και μόνο το βράδυ αργά της επόμενης μέρας, εκεί κάπου στα τελευταία διόδια πριν την Αθήνα, εκείνος ο λαβύρινθος επέστρεψε. Ο φόβος, η αγωνία, η απελπισία... Όλα πηραν ξανά τη θέση τους. Με άφησε στον κόμβο Κηφισιάς και έφυγε...
Καληνύχτα ξένε... Καληνύχτα...
(συνεχίζεται ...)

1 comment:

Μαρία Νικολάου said...

Αυτο το "ξένε" με χάλασε λίγο γιατι για μένα μόνο 'ξένος" δεν ήταν..
Οσο για την ιστορία σου...
λες και την ζούσα..