Saturday, 30 August 2008

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 5)

Η Πάτρα
Κάποτε θα είμαστε σαν δύο τραίνα σε μια διασταύρωση
Που μόλις προλαβαίνεις να φωνάξεις «καληνύχτα»
Να δείς το πρόσωπο του άλλου
Πίσω απο το αχνισμένο τζάμι.
Καμιά χειραψία.
...
- Μαρία Αγαθοπούλου


Ο Έτσι και η Κατερίνα εγκατασταθήκανε σιγά σιγά στην Πάτρα. Η μετακόμιση και η διακόσμιση του καινούριου σπιτιού δεν πήραν πολύ καιρό, μιας και η Κατερίνα τα είχε κανονίσει όλα μήνες πριν. Είχε αποφασίσει για τα έπιπλα, τα χαλιά, τις κουρτίνες, τα πάντα. Ο Έτσι δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να ασχολείται με όλα αυτά. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτιάξει το δωματιάκι που θα έκανε γραφείο και να βάλει εκεί το φορητό του υπολογιστή και όλα του τα πράγματα.
Δέν είχε πολλούς φίλους και γνωστούς στην Πάτρα, αλλά η Κατερίνα φρόντισε να τον γνωρίσει πολύ γρήγορα στους δικούς φίλους της και να γίνει επίσημα μέλος της παρέας τους. Ήταν όλοι ζευγάρια στην ηλικία τους με οικογενειακές επιχειρήσεις και οι δυό τους ταιριάξανε απόλυτα στο κλίμα.
Η οικογενειακή επιχείρηση με τα Περσικά χαλιά ήταν σχετικά εύκολη και δεν χρειαζόταν ειδικές γνώσεις. Δουλεύανε μαζί στο μαγαζί – ο Έτσι, η Κατερίνα και ο Πατέρας της- χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Η Κατερίνα και ο Έτσι πηγαίνανε συνήθως τα πρωινά για να έχουν χρόνο το απόγευμα να κάνουν άλλα πράγματα και ο πατέρας της πήγαινε το απόγευμα για μερικές ώρες μόνο. Απο καιρό έπρεπε να έχει βγει στη σύνταξη, αλλά «όταν έχεις δικιά σου δουλειά δεν μπορείς να εμπιστευτείς εύκολα άλλους να διαχειρίζονται την περιουσία σου», έλεγε.
Η ζωή τους «έστρωσε» πολύ γρήγορα. Όλα πήγαιναν βάση σχεδίου. Είχαν το σπίτι τους, τη δουλειά τους, τον κοινωνικό τους κύκλο... Σε λίγο καιρό, αν τα οικονομικά τους πήγαιναν καλά μπορούσαν να παντρευτούν και να ξεκινήσουν τη δική τους οικογένεια πια. Ήταν μια απο εκείνες τις περιόδους της ζωής του που τίποτα συγκλονιστικό δεν συμβαίνει. Ούτε καλό, ούτε κακό. Η ζωή απλά προχωράει μπροστά κι εκείνος ακολουθεί την πορεία που χαράζεται μπροστά του. Ακολουθεί...
Μια μέρα, εκεί που πίνανε καφέ στην πλατεία ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, ο Έτσι νοστάλγησε την Αθήνα. Είχε και μια έκθεση τον άλλο μήνα με σκάφη και είδη καταδύσεων και πρότεινε στην Κατερίνα να πάνε μια βόλτα για το Σαββατοκύριακο. Σκεφτόντουσαν εδώ και πολύ καιρό να πάρουν ένα μικρό σκάφος και να πηγαίνουν σε νησάκια το καλοκαίρι. Μπορούσανε να μείνουν στην Μαρία το Σαββατοκύριακο αυτό και έτσι δεν θα ξόδευαν λεφτά για ξενοδοχείο. Το δωμάτιό του Έτσι ήταν ακόμα άδειο και το σπίτι ήταν 2 στάσεις με το μετρό απο την έκθεση.
Πήγανε με το ΚΤΕΛ και φτάσανε στην Αθήνα μεσημεράκι. Λίγο αργότερα βρίσκονταν έξω απο το σπίτι της Μαρίας. Αχ, πόσο του είχαν λείψει όλα... Το παλιό αρχοντικό ήταν ντυμένο τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Παντού στους τοίχους λουλούδια ανήγγειλαν την άνοιξη.
Η πόρτα άνοιξε και την αντίκρυσε μπροστά του μετά απο τόσο καιρό. Δεν είχε αλλάξει καθόλου... Ίσως να ήταν λίγο πιο όμορφη απο οτι τη θυμάται. Το πρόσωπό της έλαμπε και το φώς του ήλιου που έμπαινε απο το σαλόνι, την έκανε να φαίνεται ακόμα πιο λαμπερή. Πόσο του είχε λείψει... Να βλέπει το προσωπό της...
Καθίσανε στο σαλόνι και η Μαρία πήγε να φέρει τα ποτά. Πήγε πίσω της κι εκείνος... Μόλις τον είδε τον αγκάλιασε. Της έλειψε... Την έσφιξε στα χέρια του, έκλεισε τα μάτια του και δεν χρειάστηκε πάνω απο μερικά δευτερόλεπτα για να ξανανοιώσει όλα εκείνα τα ανθισμένα συναισθήματα που είχε καταχωνιάσει μέσα του τόσο καιρό. Την έσφιξε ακόμα πιο πολύ χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Την ονειροπόληση του χάλασε η Κατερίνα που βίαια τον διέκοψε και τον έκανε να αφήσει την Μαρία απο τα χέρια του απότομα, σα να έκανε κάτι κακό που την κρατούσε.
Τι περίεργα που είναι τα συναισθήματα. Ένα λεπτό αρκεί για να έρθουν όλα και να σταθούν μπροστά σου ζητώντας ικανοποίηση. Ένοιωσε ένοχος. Χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Η σκέψη του τι θα μπορούσε να κάνει, η σκέψη οτι είναι ακόμα ερωτευμένος με την Μαρία μετά απο τόσο καιρό, τον έκανε να νοιώθει ένοχος και να θέλει να κρυφτεί. Να μην την βλέπει, να μην αντικρύζει όσα νοιώθει, να μην είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει όσα αισθάνεται.
Να κρυφτεί... Να φύγει θέλει.
Ένα αίσθημα ενοχής και τύψεων τον έκανε να νοιώθει απίστευτα άβολα. Αυτό το κοίταγμα το ερωτικό, αυτή η αγκαλιά η παρατεταμένη και εξομολογητική ήταν η προδοσία του προς την Κατερίνα. Η πιο μεγάλη. Μπορεί και η μόνη μέχρι τότε.
Ευτυχώς η Μαρία αυτό το Σαββατοκύριακο είχε να κάνει πολλά και δεν ήταν μαζί τους σχεδόν καθόλου. Το απόγευμα φύγανε πάλι για Πάτρα....
Συνεχίζεται.....

Friday, 29 August 2008

Για τα δυο σου ματια που οταν με κοιτάζουν νοιώθω μαχαιριές...

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά
για τα δυο σου μάτια
για τις δυο φωτιές
που όταν με κοιτάζουν
νιώθω μαχαιριές.

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό.

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα θα σου δίνω τα φιλιά.
Κι όταν σε μεθύσω
κι όταν θα σε πιω
θα σε νανουρίσω
με γλυκό σκοπό.

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά
φεύγω για τα ξένα
για την ξενιτιά
και μην κλαις για μένα
αγάπη μου γλυκιά.

Thursday, 28 August 2008


«Χτές τη νύχτα ονειρεύτηκα πως ήμουνπεταλούδα. Είμα πράγματι ένας άνθρωπος που ονειρεύτηκε πως είναι πεταλούδα ή είμαι μια πεταλούδα που ονειρεύεται οτι είναι ανθρωπός;»

Wednesday, 20 August 2008

Εγώ αγαπώ τη μοναξιά... Δεν μ'έμαθες ποτέ καλά...

Εγώ αγαπώ την αστραπή την καταιγίδα τη βροχή
γιατί ο ήλιος μ΄έχει κάψει και φοβάμαι
Κρατώ τ΄αστέρια την αυγή τον πόνο κρύβω στη σιωπή
σε ρεύμα αντίθετο οδηγώ και δε φοβάμαι

Εγώ αγαπώ τη μοναξιά δεν μ΄έμαθες ποτέ καλά
μ΄έχει πληγώσει η αγάπη και φοβάμαι
πονάω πάντα στα κρυφά αφήνω ό΄τι μ΄αγαπά
και μοναχή τα βράδια μου κοιμάμαι

Εγώ αγαπώ την ερημιά τα όνειρα τ΄απατηλά
και μ΄ανοιχτά τα μάτια μου κοιμάμαι
Κάνω ταξίδια μαγικά μεσ΄της καρδιάς τα μυστικά
και όλους όσους με πονέσαν δε τους θυμάμαι

Εγώ αγαπώ τη μοναξιά δεν μ΄έμαθες ποτέ καλά
μ΄έχει πληγώσει η αγάπη και φοβάμαι
πονάω πάντα στα κρυφά αφήνω ό΄τι μ΄αγαπά
και μοναχή τα βράδια μου κοιμάμαι




Tuesday, 19 August 2008

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 4)

Γυρίσανε αργά το βράδυ. Η Μαρία κοιμότανε... Τους είχε αφήσει ένα σημείωμα πάνω στο ψυγείο: «Ελπίζω να περάσατε καλά. Πάω για ύπνο γιατί έχω δουλειά αύριο. Καλό ταξίδι και θα τα ξαναπούμε σύντομα».
Ξημερώματα φύγανε, δεν είχε κοιμηθεί ακόμα. Στο κλείσιμο της πόρτας σηκώθηκε και έκανε μια βόλτα μέσα στο σπίτι. Όλα ήταν πάλι στη θέση τους. Μα... Παντού πλανόταν μια ανεπαίσθητη απουσία. Στην πόρτα ένα χαρτάκι: «Σ’ευχαριστούμε για όλα». Τέσσερις τυπικές λέξεις σε ένα μικρό χαρτάκι.
Περίμενε να περάσει λίγο η ώρα και πήρε τηλέφωνο τον Γιάννη. Ο Γιάννης δούλευε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και πάντα της έβρισκε φτηνά εισητήρια. Θα πήγαινε να δεί τους γονείς της στη Ρόδο. Πήρε στη δουλειά και προποιήθηκε οτι είναι βαριά άρρωστη και θα πρέπει να μείνει μερικές μέρες σπίτι να αναρρώσει.
Έβαλε σε μια τσάντα ενα τζιν και ένα φούτερ και έφυγε για το λιμάνι. Το καράβι έφευγε σε 5 ώρες, αλλά δεν ήθελε ούτε στιγμή παραπάνω να μείνει σε αυτό το σπίτι.
Κατέβηκε στον πειραιά με το τρένο και κατευθύνθηκε προς την προβλήτα. Το καράβι ήταν ήδη εκεί. Μπήκε μέσα, έπιασε μια καλή θέση στο κατάστρωμα και ξάπλωσε. Επιτέλους μπορούσε να φύγει! Να φύγει...
Άνοιξε το βιβλίο της – πάντα κουβαλούσε βιβλία μαζί της. Της άρεσε να διαβάζει... έλεγε οτι μερικά βιβλία μπορούν να αποτυπώνουν τη σκέψη της στο χαρτί με τρόπο που εκείνη ποτέ δεν θα μπορούσε. Μέσα στο κεφάλι της έχει εικόνες που ποτέ δεν κατάφερε να μεταφράσει σε λόγια... Κι οταν τα βιβλία που διαβάζει καταφέρνουν να το κάνουν, νοιώθει να απίστευτη ανακούφιση. Είναι μια γέφυρα επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Είναι μια επιβεβαίωση οτι και κάποιος άλλος ένοιωσε τα ίδια συναισθήματα σε κάποια φάση της ζωής του. Είναι ένα σημάδι οτι δεν είναι μόνη.
Αυτή την εποχή διαβάζει «Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης» της Μάρως Βαμβουνάκη. Πάντα της άρεσε αυτή η συγραφέας. Νοιώθει πως έχουν πολλά κοινά βιώματα. Την αγγίζει...
«Οι σχέσεις που έχτισαν και καταστράφηκαν πάντα θα είναι το κτίσμα μας και η κατεδάφισή μας, και καμία σχέση δεν έχουν με φιλία αυτά που έγιναν. Δεν μπορούν να προσποιηθούν –δεν επιτρέπεται- την αέρατη άνεση της χαρωπής φιλίας. Είναι πάντα πληγωμένες και πάντα θυμωμένες σαν παιδιά προδομένα απο τους γονείς τους. Έτσι πρέπει. Οέρωτας είναι απολίτιστος, όχι πολιτισμένος, δεν πίνεις μαζί του έναν καφέ για να πείς τα νέα σου, για να δώσεις μετά φιλάκι στον αέρα και να πετάξεις ένα βάναυσα ανάλαφρο: -να μην χαθούμε...ή -τα λέμε...».
Έτσι είναι. Πώς να προσποιηθεί τη φίλη του; Πώς να τον αντικρύσει χωρίς να πληγωθεί; Πως να αντέξει να μην του το πεί;

(συνεχίζεται...)

Thursday, 14 August 2008

αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ...

Τον έλεγαν Κερέμ κι αγάπησε πολύ
κι απ' τον βαρύ σεβντά τον άρπαξε η φωτιά
και κάηκε ο Κερέμ π' αγάπησε πολύ
κι έχει στάχτη γενεί μες στην Ανατολή.

Μου λεν πως θα καώ κι εγώ σαν τον Κερέμ
με τούτη την φωνή που καίει την ψυχή.
Μολύβι ο καιρός κι ο άνεμος πικρός,
βάλτε όλοι σκοπό ν' αλλάξει ο καιρός.

Φωνάζω κι ας καώ κι εγώ σαν τον Κερέμ:
Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ,
αν δεν καούμε εμείς ν' ανάψει πυρκαγιά,
πώς θέλεις να γενεί να φύγει η σκοτεινιά.

Για να λάμψει η νύχτα πώς θέλεις να γενεί,
αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ.

Wednesday, 13 August 2008

Δε με πιστεύεις μάτια μου ...


Δε με πιστεύεις μάτια μου και με πληγώνεις τόσο
Που σκέφτομαι στο θάνατο ψυχή να παραδώσω
Μήπως την ύστατη στιγμή τρομάξεις και πονέσεις
Και δείς πως ειν’ αληθινές οι υποσχέσεις.

Δε με πιστεύεις μάτια μου και νοιώθω πως βουλιάζω
Σ’ωκεανούς και θάλασσες που δεν ορίζω
Κι όσο κι αν λέω συνεχώς πως για σένα δεν αλλάζω
Όσα νοιώθω κι όσα σκέφτομαι, πάντα θα στα χαρίζω

Καρδούλα μου, δεν μπορείς να καταλάβεις πως η καρδιά μου, το σ’αγαπώ θέλει με κάθε χτύπο της να πεί και όχι το χωρίζω.
Πως ό,τι έχω δίχως δισταγμό σε σενανε το δίνω...
Τα όνειρά μου δεν προδίδω...

Tuesday, 5 August 2008

Έλα...

Έλα...
Δεν αντέχω έξω να ‘μαι πάλι...
Έλα...
Έλα δεν περνάω καλά με φίλους βράδυ...
Έλα...
Ήταν λάθος μου πως με κουράζεις...
Έλα...
Και μισώ την τόση ελευθερία...

Ελα...
Και σιχάθηκα να διασκεδάζω...΄
Έλα...
Δεν μαρέσει άλλους να κοιτάζω...
Έλα...
Δεν με παίρνει άλλο πια να πίνω...
Έλα...
Τα’χω παίξει και βαρέθηκα να ζω...

Σου είπαν οι φίλοι πως με είδαν ωραία και κεφάτη να χορέυω μ’ένα τύπο που έχω κάτι,
που να ξέρουν πως δεν έχεις κλείσει μάτι με τα ρούχα πέφτεις μόνη στο κρεββάτι. Μια εικόνα είναι μόνο μια απάτη.
Του είπαν οι φίλοι πως σε είδανε ωραία και κεφάτη να χορεύεις με ένα τύπο που έχεις κάτι.
Πού να ξέρουν πως δεν έχω κλείσει μάτι...
Μια εικόνα είναι μόνο μια απάτη, με τα ρούχα πέφτω πάνω στο κρεββάτι...

Ελα...
Και σιχάθηκα να διασκεδάζω...΄
Έλα...
Δεν μαρέσει άλλους να κοιτάζω...
Έλα...
Δεν με παίρνει άλλο πια να πίνω...
Έλα...
Τα’χω παίξει και βαρέθηκα να ζω...

Έλα...
Μου χει λείψει η ζεστή αγκαλιά σου...
Έλα...
Να ξεχάσω πάνω στην καρδιά σου...
Έλα...
Δεν μπορώ κι αυτούς που χω μαζέψει...
Έλα...
Και νυστάζω...
Έλα σβήσε μου το φώς...

Sunday, 3 August 2008

Προσευχή


"Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.

Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη,

όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.

Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.

Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:

Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία, χωρίς απαίτηση, χωρίς σύγκριση, χωρίς παζάρι, χωρίς γκρίνια, χωρίς οργή, χωρίς αδημονία.

Να τον αγαπώ και να μην τον κατασκοπεύω,να μην τον εκβιάζω, να μη προσπαθώ να με θαυμάσει,να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.

Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό,και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.

Να αντέχω να περιμένω, να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου,να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.

Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ.

Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ.

Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι,να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω.

Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω.

Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη.Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.
Μεγαλοδύναμε φώτισέ με με την αγάπη την ελεύθερη, την αγάπη την σταυρωμένη.
Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου,από την αλαζονεία της γνώμης μου, από την ζητιανιά του κορμιού.

Να κάνω καρτερία στην απόρριψη, υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω.Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.

Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον.Απλά και αληθινά.Απλά και ήσυχα.Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα, πάντα αμοιβαία".


(Μάρω Βαμβουνάκη)

Friday, 1 August 2008

ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε. Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες μὲ βροχή, ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινοὑ πομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς. Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες. Τὰ τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα. Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρακαὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα, τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων, κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος. Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα. Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.Ἔλαβα κάρτες σύντομες:ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ κάτι χαιρετίσματα ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες. Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες. Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα. Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ... Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος. Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ. Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα. Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα. Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους. Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης, ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης. Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα. Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα. Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει, κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ στὰ ξεροπόταμα καὶ παρασύρθηκα.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.

http://mafalda-zsazsazsu.blogspot.com/2008/05/blog-post_18.html