Friday, 26 September 2008

Έκλεισα το φως και ξάπλωσα στο κρεββάτι.
Ησυχία...
Σκέφτομαι πόσα έγιναν, πόσα έφυγαν, πόσα ήρθαν...
Πόσα ζήτησα, πόσα πήρα και πόσα έχασα ή δεν απέκτησα ποτέ...
Σκέφτομαι εσένα που νοιώθω να απομακρύνεσαι μέρα με τη μέρα, και θέλω να φωνάξω «βοήθεια».
Ξέρεις ποια είναι η ειρωνία; Αν δεν σε είχα ποτέ δικό μου, δεν θα σε έχανα ποτέ!
Ενώ τώρα που σε απέκτησα, κάποια στιγμή θα σε χάσω...

Wednesday, 24 September 2008

Σχέσεις...με αναπάντητα ερωτήματα

Τι κάνεις προκειμένου να κρατήσεις κάποιον δίπλα σου;
Πολεμάς να τον κρατήσεις; Τί όπλα έχεις; Πώς επιτρέπεται να τα χρησιμοποιήσεις....;
Στον έρωτα και στον πόλεμο όλα επιτρέπονται λένε... Έτσι είναι άραγε;
Επιτρέπεται να πληγώνεις άλλους ανθρώπους προκειμένου να είσαι εσύ ευτυχισμένος;
Μπορείς να ερωτεύεσαι ανθρώπους που ήδη βρίσκονται σε μια σχέση; Κι αν τους ερωτευτείς, τι μπορείς να κάνεις γι’αυτό; Τι σου επιτρέπεται;
Πόσο καλό ή κακό είναι να κάνεις σχέση με κάποιον/κάποια που δεν είσαι ερωτευμένος; Κι αν είναι εκείνος/ εκείνη ερωτευμένοι μαζί σου; Μήπως τότε είναι ακόμα χειρότερο; Ή καλύτερο....
Ποιοί είναι οι κανόνες;
Πόσο μακριά φτάνουν τα όρια;
Όσο αντέχουμε; Συναισθηματικά; Ψυχικά; Εγκεφαλικά;
Είναι ο έρωτας πάνω απο όλα; Ή μήπως η λογική;

Η Ράνια λέει: "Αξίωμα Θεμελιώδες: Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν το τάβλι. Πόρτες, πλακωτό και φεύγα. Τα παιχνίδια εναλλάσσονται ανάλογα με τη φάση της σχέσης και τα άτομα που την απαρτίζουν. Όμως, όπως σε κάθε παιχνίδι, ένα πράγμα είναι βέβαιο: κάποιος κερδίζει, και κάποιος χάνει. "
Στον αθλητισμό, το να χάνεις τον αγώνα απο κάποιον πολύ καλό αθλητή είναι τιμή. Μπορεί να βγαίνεις δεύτερος ή τρίτος, αλλά η ικανοποίηση, η τιμή, η δόξα, είναι ακόμα εκεί για σένα...
Στις σχέσεις όμως;
The winner takes it all!!

Sunday, 21 September 2008

Μοναξιά...

«Ζήτα μου ό,τι θές...» του είπε...
Κι εκείνος της ζήτησε τα βράδια... Τα βράδια που ήταν αγκαλιά, τα βράδια που ξυπνούσε και τον έβλεπε δίπλα της...Τα βράδια που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα βράδια που πέρασαν... και τα βράδια που θα’ρθουν...

«Τί αλλο θες;» τον ρώτησε...
Κι εκείνος της ζήτησε τις μέρες τους. Εκείνες τις φωτεινές μέρες που γυρνούσε απο τη δουλειά και τον έβρισκε να την περιμένει... Εκείνες τις σκοτεινές μέρες που η αγκαλιά του τις έκανε υποφερτές... Τις μέρες που γελάσανε, τις μέρες που κλαψανε... Τις μέρες που πέρασαν και τις μέρες που θα ‘ρθουν...

«Τί άλλο θες;» είπε λυπημένη... Του το είχε υποσχεθεί... Θα του έδινε ό,τι κι αν της ζητούσε...

Κι εκείνος της είπε... «Δεν θέλω τιποτα άλλο να μου δώσεις... Τώρα είναι η σειρά μου να δώσω εγώ κάτι σε σένα...»

Και της έδωσε μοναξιά...

Saturday, 20 September 2008

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 7)

Εξομολόγηση της Μαρίας
«Θα σ’ αγαπώ, μη μου συννεφιάζεις
σαν αμαρτία και σαν γιορτή
Μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις
ό,τι με λόγια δε σου ‘χω πει»
Αλιβιζάτος Σαράντης

Έφτασε στην Αθήνα Δευτέρα πρωί και πήγε κατευθείαν στη δουλειά. Φαινόταν κουρασμένη, ξαγρυπνησμένη, με κόκκινα μάτια απο το κλάμμα, οποτε δεν χρειάστηκε να δικαιολογηθεί. Η «αρρώστια» φαινόταν καθαρά.
Οι ώρες δεν περνούσαν, κοιτούσε το ρολόι κάθε 5 λεπτά και έμοιαζε να έχει κολλήσει. Ποτέ δεν ήταν πολύ υπομονετική... αλλά σήμερα ήταν ακόμα χειρότερα.
Έφυγε λίγο νωρίτερα και πήγε κατευθείαν σπίτι.
Εκείνη η αίσθηση απουσιάς που υπήρχε παντού, όταν έφυγε, ήταν ακόμα εκεί...
Πήγε στην κουζίνα, έβαλε παγάκια σε ένα ποτήρι και το γέμισε μέχρι τη μέση με αμαρέτο. Κάθισε στο κρεββάτι της, πήρε αγκαλιά το ακουστικό και περίμενε. Περίμενε να βρεί το κουράγιο να τον πάρει, να του μιλήσει, να του πεί...
Τελείωσε το πρώτο ποτό, έβαλε δευτερο, τρίτο... και κάπου εκεί βρήκε το κουράγιο. 697....14.... Ντριν... Ντριν...
Καλεί...
«Εμπρός» ακούγεται η φωνή του... «εμπρός, ποιος είναι;»....
«γεια» μπορεί να ψελίσει μόνο... «εγώ είμαι».
«Μαρία; Τι κάνεις;»
«Πρέπει να σου μιλήσω» του λέει με φωνή που ίσα ίσα ακούγεται.
«Τι έγινε; Είσαι καλά;» αποκρίνεται τρομαγμένος εκείνος...
«ναι... είμαι καλά. Αλλά πρέπει να σου μιλήσω» είπε με πιο σταθερή φωνή αυτή τη φορά.
«Μίλα μου» της λεει...
«Δεν μπορώ απο το τηλέφωνο. Θέλω να βρεθούμε.» Και χωρίς να του αφήσει περιθώριο να μιλήσει, συνεχισε «θα έρθω στην Πάτρα. Πάω να πάρω το επόμενο λεωφορείο».
Κάτι πήγε να πεί εκείνος... αλλά δεν τον άφησε. Τον αποχαιρέτισε βιαστικά και έφυγε.
Άνοιξε την πόρτα, βγήκε στο δρόμο , σταμάτησε το πρώτο ταξί που βρήκε και πήγε στα ΚΤΕΛ. Δεν περίμενε πολύ... Μερικές ώρες αργότερα ήταν στην Πάτρα. Εκείνος την περίμενε στο σταθμό των υπεραστικών.
Κατέβηκε απο το λεωφορείο και περπάτησε αργά προς το μέρος του....
Ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται γύρω της... Όλα γίνονταν αχνά και άχρωμα σιγα σιγά και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν τα μάτια του. Τον κοιτούσε μέσα στα μάτια... βαθιά μέσα στα μάτια λες και προσπαθούσε να χωρέσει όλα της τα συναισθήματα σε αυτή τη ματιά. Άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της... Δεν μπορούσε να καταλάβει αν πέρασαν λεπτά ή ώρες ή μέρες... Τον κρατούσε μέσα στα χέρια της, τον μύριζε, τον ένοιωθε, άκουγε την καρδιά του...
Κι εκείνος δεν μιλούσε. Μόνο την έσφιγγε , όλο και πιο σφιχτά, λες και θα του έφευγε αν άνοιγε τα χέρια του.
Γύρισε το κεφάλι της, το πλησίασε στο μάγουλό του, μπορούσε να νοιώσει την ανάσα του...
«Έτσι... θέλω να σου πώ κάτι...» του ψυθίρισε...
«Δεν χρειάζεται να μου το πείς» της είπε με σταθερή τρυφερή φωνή. «Το ξέρω. ... Κι εγώ σ’αγαπώ».
Λόγια στο αυτί της, πιο ερωτικά απο το σώμα του στο κορμί της...

Τινάχτηκε πίσω. Τον κοίταξε με απορία. Όλο της το σώμα άρχισε να μουδιάζει. Την αγαπάει; Το ξέρει οτι τον αγαπάει κι εκείνη; Πως; Ποτε; Πως;!
Πήγε κάτι να πει, μα εκείνος την τράβηξε πάλι πάνω του και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Πέρασαν πάλι λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες....
«Πρέπει να φύγεις Μαρία» της είπε λυπημένα.
«Το ξέρω» του είπε αργά... Αλλά δεν το ήθελε...
Γύρισε και έφυγε. Δεν κοίταξε πίσω... Έφυγε... Με το επόμενο λεωφορείο γύρισε Αθήνα.
Συνεχίζεται.....

Αυταπάτες σε θολά νερά...

Στις σκυφτές σου πλάτες
πράγματα πολλά
φουντώνουν οι αυταπάτες
σε θολά νερά

Έρχονται οι χειμώνες
όταν δεν τους θες
άγριες ανεμώνες
κρύες θύελλες

Τί να πω για όσα είχα ονειρευτεί
ήταν όλα ξένα πριν να 'ρθεις
εσύ
Τί να πω για όσα είναι ανείπωτα
πόσα χρόνια φύγαν για ένα τίποτα

Ίσως να με βγάλεις
απ' τη συννεφιά
ίδια η απορία
που θα σε κυνηγά

Ό,τι και ν' αγγίξεις
ό,τι και να δεις
μια θα σε προδώσει
τρεις θα τ' αρνηθείς

Friday, 19 September 2008

Κλειδώνω την πόρτα και πάω για ύπνο...
Μόλις ξαπλώσω στο κρεββάτι, ξανασηκώνομαι να κλειδώσω και τη δεύτερη κλειδαριά...
Μόνη...
Η απουσία σου κάνει ένα εκωφαντικό κρότο που δεν με αφήνει να κοιμηθώ...
Να είσαι καλά... όπου και να ‘σαι...

Thursday, 11 September 2008

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε

Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε

Αγαπάμε

Αγοράζουμε
Πουλάμε

Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας

Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων

Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν' αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

Tuesday, 9 September 2008

Ζήλια...


Ζηλια...
Γιατί ζηλεύουμε;
Γιατί δεν μπορούμε να κοντρολάρουμε τα συναισθήματά μας;
Γιατί ακόμα και σε μια μακρόχρονη δοκιμασμένη σχέση, δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτό το συναίσθημα της ζήλιας;
Μερικοί λένε οτι ζήλια είναι μια συναισθηματική εμπειρία στην οποία ένα άτομο απειλείται απο την πιθανή απώλεια μιας σημαντικής σχέσης με ένα άλλο άτομο. Άλλοι υποστηρίζουν οτι ζήλια είναι ένα τύπος αβεβαιότητας, και φόβου...
Ίσως «Ζηλεύουμε ό,τι δεν έχουμε ολόκληρο»...
Η ζήλια δέν είναι βασικό συναίσθημα, αλλά περιέχει βασικά συναισθήματα.
Περιέχει θυμό, λύπη, απέχθεια... που είναι βασικά συναισθήματα, και τα οποία όλα μαζί οδηγούν στο συμπέρασμα οτι ο εραστής μας είναι άπιστος.
Πώς μπορείς να ελέγξεις τη ζήλια;
Μερικοί λένε οτι η ζήλια γεννιέται μαζί με τον έρωτα... Πεθαίνει όμως και μαζί του;

Ο Λ. Τολστόι, σημειώνει ο Όσσο, είχε μία τόσο ανυπόφορα ζηλιάρα γυναίκα, που έφτανε να ζηλεύει ακόμη και τα γραπτά του. Η γυναίκα του θεωρούσε πως το να γράφει μπροστά της είναι ασέβεια προς το πρόσωπό της. Έτσι, έγραφε μακρυά από το σπίτι, στα χωράφια και τα παγκάκια...Και το εντυπωσιακότερο είναι πως στα γραπτά του περιγράφει τέλειες αγάπες...Την τελευταία μέρα της ζωής του τόσο δεν άντεχε τη συμπεριφορά της γυναίκας του, που βγήκε και πήγε στο σταθμό, όπου τον βρήκαν νεκρό σε ένα παγκάκι...

Το λεξικό λέει οτι ζήλια είναι το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφές ενός άλλου προσώπου και το ανταγωνίζεται, θεωρώντας ότι τα αντίστοιχα δικά του είναι υποδεέστερα ή το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί την αποκλειστικότητα της αγάπης ενός αγαπημένου προσώπου ή φοβάται ότι θα την χάσει.
Τα δύο φύλα διαφέρουν στο είδος της ζήλιας που βιώνουν. Ερευνες που έγιναν σε διάφορες χώρες και πολιτισμούς -από τις ΗΠΑ μέχρι τη Ζιμπάπουε- έδειξαν ότι παντού οι γυναίκες φοβούνται συνήθως περισσότερο τη συναισθηματική και όχι τόσο τη σεξουαλική απιστία. Αντίθετα, οι άνδρες θεωρούν ότι απειλούνται περισσότερο από τη σεξουαλική απιστία.
Τελικά μπορούμε να γλιτώσουμε απο το συναίσθημα της ζήλιας;
Θέλουμε να γλιτώσουμε απο το συναίσθημα της ζήλιας;
....

Δεν Μπορώ Να ζω Σαν Ξένη


Εσύ δεν είχες πουθενά να ανασαίνεις
Μες στην παλάμη σου ο κόσμος να κοιμάται
Δε βρήκες νόημα μες στις δικές σου σκέψεις
Μόνο σε σκόρπιες αναμνήσεις να φοβάσαι

Παρέα κάνεις με σιωπές
Μες στους καθρέφτες σου τους φίλους σου γυρεύεις

Δε μπορείς να ζεις σαν ξένη
Μες στην έρημη φωνή σου
Δε μπορείς να με αγγίξεις
Με το όμορφο φιλί σου
Θα πετάξω και θα φύγω σε ένα κόσμο από αστέρια
Και από εκεί θα σε κοιτάζω με τα δάκρυα στα χέρια

Εσύ δεν έζησες καμιά μικρή αλήθεια
Σα μια πριγκίπισσα βουβή να περιμένεις
Χανόσουν όμορφη σε άδεια παραμύθια
Μα ξάφνου γέρασες τη νιότη να προσμένεις

Παρέα κάνεις με σιωπές
Μες στους καθρέφτες σου τους φίλους σου γυρεύεις

Δε μπορείς να ζεις σαν ξένη
Μες στην έρημη φωνή σου
Δε μπορείς να με αγγίξεις
Με το όμορφο φιλί σου
Θα πετάξω και θα φύγω σε ένα κόσμο από αστέρια
Και από εκεί θα σε κοιτάζω με τα δάκρυα στα χέρια

Δε μπορείς να με αγγίξεις...
Με το όμορφο φιλί σου...
Δε μπορείς να με αγγίξεις...
Δε μπορείς...

Monday, 8 September 2008

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 6)

Επιστροφή στα παλιά
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορείς να ζείς μέσα τους
Χωρίς να ζείς μαζί τους.
Όπως και άνθρωποι που ενώ ζείς μαζί τους
είναι αδύνατον να ζείς μέσα τους.
Γκαίτε


Το καράβι έπιασε λιμάνι το ξημέρωμα. Μια απαλή υγρασία σκέπαζε τα πάντα τυλιγμένη σε ένα πορτοκαλί φως που ξεμύτιζε δειλά πίσω απο το κάστρο.
Η ψυχή της αγαλιάζει όποτε έρχεται εδώ. Η αγκαλιά της Ρόδου την υποδέχεται πάντα ανοιχτή. Είναι το σπίτι της.
Όλα τα ξαναβρίσκει εδώ και την ξαναβρίσκουν. Τα θυμάται και τη θυμούνται. Πάντα γυρίζει εδώ και πάντα φεύγει. Ίσως κατα βάθος, φεύγει για να μπορεί να ξαναγυρίσει.
Ίσως...
Μαζεύει τον υπνόσακο και κατεβαίνει στην έξοδο του καραβιού. Άνθρωποι στοιβαγμένοι στη σκάλα περιμένουν να ανοίξει η πόρτα για να ξεχυθούν στο λιμάνι. Κοιτάζει μήπως δεί κανένα γνωστό. Κανείς δεν ξέρει οτι έρχεται σήμερα.
Παίρνει ένα ταξί «Κέννεντυ 36 παρακαλώ».
Σε λιγότερο απο 10 λεπτά είναι σπίτι.

Κατεβαίνει τα λίγα σκαλάκια, περνάει το πλακόστρωτο και μπαίνει στην πολυκατοικία. Δεύτερος όροφος.
Βάζει το κλειδί στην πόρτα και μια γνώριμη μυρωδιά την πλημυρίζει με συναισθήματα.
Πόσα έχει ζήσει σ’αυτό το σπίτι... Μυρίζει γιασεμί και παιδικά παιχνίδια... Μυρίζει αγάπη, σχολείο, φίλους, αγκαλιές... Την πρώτη της αγάπη μυρίζει...
Πόσο πιο απλά ήταν όλα τότε... Αγνά, αληθινά, όμορφα. Τα προβήματα που φάνταζαν βουνό στα μάτια της τότε, της φαίνονται αστεία τώρα... «Αλλάζουνε οι άνθρωποι», σκέφτεται....
Μπαίνει στο δωμάτιό της και ξαπλώνει στο κρεββάτι. Καθαρά σεντόνια... Λες και το ξερε η μαμά της οτι θα έρθει και προετοίμασε τα πάντα. Η γατούλα της καταφθάνει τρέχοντας, πηδάει πάνω στη κοιλιά της κι αρχίζει να της τρίβεται.
Η ψιψίνα...
Ποτέ δεν αξιώθηκαν να της βγάλουν ένα κανονικό όνομα. Η κεραμιδόγατα που τους ακολούθησε ως το σπίτι πριν απο 12 χρόνια, που δεν είχε ποτέ κανονικό γατίσιο όνομα, που είναι πάντα εκεί όταν τη χρειάζεται... «Αχ, ψιψίνα μου, σε σενα θα τα πω όλα! Μόνο εσύ μπορείς να αντέξεις να ακούσεις όσα θα σου πώ χωρίς να κρίνεις. Μόνο θα ακούς και θα γουργουρίζεις».
Την πήρε αγκαλιά και της μιλούσε για ώρες μέχρι που αποκοιμηθήκανε.

Κανείς δεν την ξυπνησε μέχρι το επόμενο πρωί. Άνοιξε τ μάτια της και δεν ήξερε που βρίσκεται. Της πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει τί συμβαίνει. Όλα είχανε γίνει τόσο γρήγορα... Τί είναι αλήθεια, τί είναι όνειρο; Μακάρι να ήταν όλα ένα όνειρο... Μακάρι να μην είχε νοιώσει ποτέ όσα ένοιωσε. Μακάρι να μπορούσε να ξανακοιμηθεί στα παιδικά της σεντόνια και να ξυπνήσει σε μια άλλη πραγματικότητα.

Σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε στην κουζίνα. Πάνω στο ψυγείο ένα σημείωμα «Κοριτσάκι μου, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Έχω στίψει φρέσκια πορτοκαλάδα στο ψυγείο. Να την πιείς... Σ’αγαπάω.»
«Αχ μαμάκα μου, κι εγώ σ’αγαπάω» είπε απο μέσα της.
Πόσο ασυναίσθητα στη ζωή μας θεωρούμε κάποια πράγματα δεδομένα... Την αγάπη των γονιών μας, την κατανόησή τους, το πατρικό μας «καταφύγιο»... Πρέπει να θυμηθεί να τους το πεί... Πόσο τους αγαπάει... Πόσο τους αξίζει να τους αγαπάει!

Ήπιε την πορτοκαλάδα, έπλυνε το ποτήρι και βγήκε απο το σπίτι. Ήξερε που θα πάει. Στο Μόντε Σμίθ. Εκεί πάνω απο τη θάλασσα, στο παγκάκι της. Είχε ένα συγκεκριμένο παγκάκι, λίγο κρυμμένο απο τον κεντρικό δρόμο... Πάντα πήγαινε εκεί όταν ήταν στεναχωρημένη. Το παγκάκι της ποτέ δεν την απογοήτευε... Πάντα εκεί, την περιμένει να ακουμπήσει τους φόβους και τις ελπίδες της.
Όλα είναι καταπράσινα. Κάνει λίγη ψύχρα, αλλά είναι ευχάριστη. Σε ξυπνάει, σε κρατάει σε ενγρήγορση.
Περπατάει αργά προσπαθώντας να μαζέψει όσο περισσότερες μυρωδιές και χρώματα μπορεί. Πόσο τα νοσταλγεί όλα αυτά...
Ο δρόμος είναι ανηφορικός. Παπαρούνες κοκκινίζουν το χλωμό γρασίδι και οι μαργαρίτες ανταγονίζονται σε πληθυσμό τα κίτρινα λουλουδάκια σ’ολο το βουνό. Ο ναός του Δία μεγαλόπρεπος, θυμίζει χαμένα μεγαλεία.
Φτάνει στην κορυφή του γκρεμού και κοιτάζει κάτω. Η θάλασσα... Απέραντη... Μερικά καραβάκια εδώ κι εκεί μοιάζουν ακίνητα μικρά μερμηγκάκια στο γαλάζιο χαλί της.
Κατεβαίνει λίγο την πλαγιά και βλέπει το παγκάκι της. Μπορεί να δεί τα πάντα απο δω. Όλη η Βόρεια Ρόδος είναι στα πόδια της. Ακουμπάει την πλάτη πίσω και χαζεύει το νησί. Πόσο άλλαξε! Και πόσο έμεινε ίδιο!...
Μα κάτι λείπει...
Η ματιά του. Εκείνος δεν μπορεί να το δεί... Δεν μπορεί να μοιραστεί μαζί του την ομορφιά τούτη και... μένει μισή. Η ματιά του λείπει για να ολοκήρωθεί η εικόνα.
«Πού να είσαι; Τί να κάνεις;» σκέφτεται...
Κάποτε πίστευε οτι αμα σκεφτείς κάποιον που αγαπάς με όλη σου τη δύναμη, θα μπορέσει εκείνος να το νοιώσει. Κλείνει σφιχτά τα μάτια λοιπόν και τον σκέφτεται με όλη της τη δύναμη, με όλη της την αγάπη. Να το νοιώθει άραγε; Ένα τσίμπημα στην καρδιά...
Δάκρυα...
Γεμίζουν τα μάτια της δάκρυα.... Τ’αφήνει να βγουν, να κυλήσουν στα μαγουλά της, στα ρούχα της... Κλαίει και μοιάζει λες και κάθε σταγόνα παίρνει και λίγο απο τον πόνο της μαζί... Λίγη απο την αγάπη... Ωσπου μένει άδεια να κοιτάει τη θάλασσα...
Λένε πως υπάρχουν στον κόσμο εστίες περίσκεψης. Αν ναι, τότε η δική της βρίσκεται ακριβώς εδώ. Είναι φορές που μένει έτσι για πολύ, χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Αδειάζει τον εαυτό της και τον ξεπλένει σε ένα λουτρό κενού...
Σκουπίζει τα μάτια της, φοράει το καθωσπρέπει προσωπό της και γυρίζει πίσω στο σπίτι.
Θα περάσει το Σαββατοκύριακο με τους γονείς της και μετά θα πάει στην Αθήνα ξανά. Θα πάει να τον αντιμετωπίσει.
Συνεχίζεται.....

Tuesday, 2 September 2008

Αν μ' ακούς απόψε...


Δεν ξέρω απόψε πως περνάς
σε ποια γωνία ακουμπάς
Ποιο δρόμο διάλεξες να πας
και ποια ιστορία κουβαλάς

Απόψε, αν θα βγεις απόψε,
μην πας μακριά...
Αν μ' ακούς απόψε,
μην πεις τίποτα

Όλοι εδώ τρέχουν στα τυφλά
κυνηγημένα αρπαχτικά
Δεν έχουν μείνει μυστικά
ξεκλειδωμένη μου καρδιά

Απόψε,
αν θα βγεις απόψε, μην πας μακριά...
Αν μ' ακούς απόψε,
μην πεις τίποτα

Monday, 1 September 2008

ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή. Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν. Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς, λόγια, πουλιά, πλαστογραφία ζωῆς. Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια, πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρακι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου. Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν. Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη, ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι; Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα. Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι: «ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;». Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο». Ἄρχισε ψύχρα. Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.