Monday, 29 June 2009

Ζητείται πρίγκηπας χωρίς ημερομηνία λήξεως!


Ζητείται πρίγκηπας χωρίς ημερομηνία λήξεως!

Saturday, 27 June 2009

Η πρώτη μας φορά


Εκείνο το πρωί ξυπνήσαμε μαζί και για πρώτη φορά με άγγιξες.
Ναι... το ξέρω πως με είχες αγγίξει και παλιότερα,
μα αυτό το άγγιγμά σου ήταν αλλιώς.
Για πρώτη φορά άφησες το χέρι σου να γλιστρήσει κάτω απο τα ρούχα μου...
Κι ήταν τόσο απαλό... Αφέθηκα με τόση άνεση στα χάδια σου.
Με έκανες να νοιώθω ασφάλεια, σιγουριά... και κάτι άλλο...
Δεν καταλάβαινα τί είναι μέχρι που μπήκες μέσα μου.
Κι εκείνη τη στιγμή, κοιτώντας σε στα μάτια, χωρίς καν να το σκεφτώ, στο είπα. «Σ’αγαπάω»...

Και το εννοούσα. Και το εννοώ κάθε μέρα απο τότε.
Δεν ξέρω ακριβώς πότε σε αγάπησα.
Δεν ξέρω αν σ’αγαπούσα χρόνια και δεν το είχα καταλάβει...
Πώς ξέρεις οτι αγαπάς κάποιον;
Ποιά στιγμή σου αποκαλύπτει το μυστικο;
Ποιο κρυφό κλειδάκι ανοίγει την καρδιά σου να βγούν τα συναισθήματα;

Δεν ξέρω πότε σε αγάπησα, μα ξέρω πως απο κείνη τη μέρα που το ξεστόμισα πρώτη φορά, δεν έχω πάψει να νοιώθω το ίδιο.
Και κάθε φορά που σε αγγίζω νοιώθω αγάπη...
και κάθε φορά που σε κοιτάω, νοιώθω αγάπη, και κάθε φορά που κάνουμε έρωτα, νοιώθω αγάπη. Απόλυτη, ατέλειωτη, ειλικρινή, ερωτική, φιλική, αδελφική...
αγάπη σε όλες της τις μορφές.
Μα είναι πάντα αυτό το ίδιο συναίσθημα, εκφρασμένο με χίλιους τρόπους. Αγάπη.
Πώς αλλιώς να το πώ...
Είναι μικρή η λέξη για να χωρέσει μέσα της όσα κρύβονται στο στήθος μου.
Σ’αγαπάω!!

Siga na m' agapas....

Friday, 26 June 2009

Το παρελθόν

Οι ήχοι, τα χρώματα, οι μυρωδιές...
Πέρασαν τόσα χρόνια κι όμως ακόμα εξουσιάζουν το πεπρωμένο σου.
Γέρασες και δεν μπόρεσες να ξεχάσεις,
τις μικρές κλωστούλες που σε δένουν με το παρελθόν δεν τόλμησες να τις κόψεις.

Wednesday, 24 June 2009

Tuesday, 23 June 2009

Το παιδί και το ψαράκι

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν μόνο ένα παιδί και το σπούδαζαν. Ήταν φτωχοί άνθρωποι οι κακόμοιροι. Ήταν ο γέρος ψαράς, εψάρευε και ζούσαν και σπούδαζαν και το παιδάκι. Ο γέρος, όμως, αρρώστησε και πέθανε και το παιδί παράτησε τα γράμματα. -



Μάννα, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα μου.

-Μα εγώ, παιδί μου, σ' έχω για να σε σπουδάσω, δε σ' έχω για να πας να γίνεις ψαράς.

-Όχι μάννα, θα μάθω του πατέρα την τέχνη, μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής σε παρακαλώ.

Αναγκάστηκε, λοιπόν, η μάννα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα του, τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα.

Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα. Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι ετσίμπησε το δόλωμα. Σηκώνει το καλαμίδι και το βγάνει το ψαράκι.

Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:

-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Παράτηθε με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.

-Και πώς θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;

-Θα φωνάκθειθ τ' όνομά μου. Και πώς σε λένε;

-Με λένε Νου.

Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα. Ξαναβάζει πάλι το δόλωμα στ' αγκίστρι και το ρίχνει στη θάλασσα.

Πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει.

Μιλεί το ψαράκι και του λέει:

-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Άφηθέ με να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.

-Α!, λέει, δε σ' αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα και το άφησα κι εκείνο.

-Άφηθέ με και μένα να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με πιάνειθ άλλη φορά.

-Και πού θα σε βρω εγώ να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;

-Θα μου φωνάκθειθ τ' όνομά μου.

-Και πώς σε λένε;

-Με λένε γνώθη. Να με φωνάκθειθ κι εγώ μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.

Παρατά το παιδί το ψαράκι. Πάει λίγο παρέκει, ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι.

Και είπε:

-Καλό είναι αυτό να το πάρω. Θα το πάω σπίτι να το τηγανίσει η μάννα μου.

Και το ψαράκι του είπε:

-Γιατί να με παθ θτη μάννα θου έτθι μικρό που είμαι; Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε οκτώ μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.

-Και πού θα σ' εύρω να σε πιάσω;

-Φώνακθε τ' όνομά μου. Με λένε Θουβλί.

Παρατά κι αυτό το ψάρι. Εβράδιασε κιόλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.

-Καλησπέρα μάννα μου.

-Καλώς το παιδί μου. Πού είναι τα ψάρια που έφερες;

-Έπιασα, μάννα μου, τρία και μου είπαν να τ' αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από οχτώ μέρες να πάω να τα πιάσω.

Πέρασαν οι οχτώ μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια. Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει με όλη του τη δύναμη:

"Νου, Νου, Νου...."

Από τα βάθη της θάλασσας ακούει μια φωνή να λέει:

-Αν είχεθ νου, δε θα μ' άφηνεθ.

Ύστερα φωνάζει:

"Γνώση, Γνώση, Γνώση..."

Το ψαράκι πάλι φωνάζει:

"Αν είχεθ γνώθη δε θα μ' αφηνεθ".

Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:

"Σουβλί, Σουβλί, Σουβλί..."

Και το ψαράκι απαντά:

-Θτη μύτη θου να μπει!

Κι έτσι το παιδί κατάλαβε ότι το κορόιδεψαν κι έβαλε μυαλό.

Monday, 22 June 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 27)







Δεν είχε νοιώσει έτσι, ποτέ ξανά σε όλη της τη ζωή. Κομμένη σε χίλια κομμάτια, σχισμένα σε ακανόνιστα σχήματα, τόσο μπερδεμένα που θα έβαζε στοίχημα πως ποτέ δεν θα ενωθούν ξανά. Μέσα στο μυαλό της η αμφιβολία για το αν κάνει το σωστό, να την έχει κυριεύσει.
Στιγμές στιγμές νοιώθει πως δεν μπορεί να ξεχωρίσει το παραμύθι απο την πραγματικότητα. Σκέφτεται λογικά ή μήπως αρχίζει να τρελαίνεται; Πόσο αδιανόητα διάφανα είναι τα όρια της παράνοιας αυτή τη στιγμή. Σαν ριζόχαρτο στα φύλλα ενός ανθολογίου. Ένα βίαιο γύρισμα της σελίδας και βρίσκεσαι αντιμέτωπη με την ψυχρή πραγματικότητα των ξεραμένων φύλλων.
Επέλεξε να είναι μόνη. Όχι σαν λύτρωση, μα σαν τιμωρία. Και τώρα θα πληρώσει... Θα πληρώσει που επέλεξε να γυρίσει την πλάτη στον απόλυτο αμοιβαίο έρωτα. Που πούλησε τόσο φτηνά κάτι που άλλοι ονειρεύονται μια ζωή να αποκτήσουν. Σε ξένο βωμό θυσίασε ευτυχίες άλλων ανθρώπων μα και τη δική της. Κι όταν στις μάχες ήταν η ώρα να στεφθεί νικητής, παρέδωσε τα όπλα και προσκύνησε ηττημένη.

Συνεχίζεται...

Saturday, 20 June 2009

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΥΩΔΙΑ

"Μερικές φορές η ερημιά γίνεται ανυπόφορη, παίρνεις τότε έναν αριθμό τηλεφώνου έστω για ν’ακούσεις μια φωνή, ζητάς ένα όνομα «λάθος» σου απαντάνε
Όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε, και τα χέρια που κρατήσαμε...
Παιδί κρυβόμουν πίσω απο τον κομό, εκεί ήταν το άπειρο, αλλά δεν χωρούσε παρα μόνο εμένα- γι’αυτό σας λέω μη ζητάτε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πιά, καθόμουν πίσω απο τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της πόλης
Έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών – τί θ’απομείνει λοιπόν
Τι θ’απομείνει απο τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;
Ένα όνομα και δύο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός θα τις σβήνει σιγά σιγά.
Όλοι φεύγουμε, χωρίς να μάθει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Γιατί; Τί φταίει;
Ή μήπως όλα γίνονται για κάποιο λόγο μυστηριώδη; Ένα άλυτο αίνιγμα ίσως ή μια τιμωρία;

Αλλά τα βράδια τί όμορφα που μυρίζει η γή – ώ ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου..."
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Wednesday, 17 June 2009

Πού είσαι;

Έβρεχε εκείνο το βράδυ, έβρεχε... ανέβηκα τα σκαλιά κανείς στην καμάρα... Έβρεχε, έτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. Έβρεχε..'

Φεύγω μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον!', έγραφε... 'Αγαπώ άλλον. Που είσαι; Που να πάω; Φυσάει, κρυώνω... Που είσαι; Που να πάω; Φυσάει, κρυώνω... Οι δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα, έβρεχε. Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ' τις ομπρέλες τουςσε λίγο θα ανάβουνε το φως Θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάν από πάνω τους όλη τη μοναξιά... Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους. Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται γιατί όχι και αυτό ...

Έβρεχε...…

«Αγαπώ άλλον!»

Με κόκκινα πελώρια γράμματα θα 'ταν υπέροχη διαφήμιση γιατί όχι και αυτό: ''Αγαπώ άλλον!""Θα αγαπώ άλλον''...

Που είσαι; Που να πάω; Φυσάει.... κρυώνω... Που είσαι;

Tuesday, 16 June 2009

Saturday, 13 June 2009

φόβοι...


Φοβάμαι...
Όλο κάτι συμβαίνει και μεταλλάσσει την πραγματικότητά μου.
Η ρουτίνα που τόσο μισώ μοιάζει παράδεισος μπροστά στο άγνωστο που με τρομοκρατεί. Όλο παραπονιέμαι πως όλο τα ίδια και τα ίδια γίνονται και μόλις κάτι πάει να αλλάξει γκρινιάζω που δεν είναι όλα όπως πρίν.
Μα αυτό που αλλάζει δεν είναι ελαφρύ.
Έχει βάρος που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σηκώσω.
Είναι απο εκείνες τις πραγματικότητες που συμβαίνουν σε αυτούς τους ανθρώπους στα σήριαλ.
Ναι, ναι... σε εκείνους που ζούνε ευτυχισμένοι για πάντα ή κλαίνε απαρηγόρητοι για πάντα.
Σε εκείνους που η ζωή τους, κρατάει 1 ώρα και μετά έρχεται το «για πάντα».
Μόνο που δεν μας εξηγούν πως περνούν τα λεπτά εκει, μέσα στο «για παντα» τους.
Οι ώρες πως περνάνε;
Οι σχέσεις πως διαμορφώνονται;
Οι σκέψεις πώς χωράνε;
Τα συναισθήματα πού κρύβονται;

Εγώ απόψε κρύβομαι κάτω απο τις φτερούγες σου για να ξεχάσω... Να ξεχάσω πόσο φοβάμαι. Και μόλις ξημερώσει, να πάω να το αντιμετωπίσω.

Wednesday, 10 June 2009

Έκείνο το βράδυ ο κόσμος μου άλλαξε...

Έκείνο το βράδυ ο κόσμος μου άλλαξε...


Δεν είχαμε ζήσει τίποτα ακόμα... Δεν είχα προλάβει να δώσω, δεν είχα προλάβει να πάρω... Δεν θα πληγωνόμουν απο την απουσία του.
Όμως μια πίκρα ανέβαινε ως το λαιμό μου όλο το βράδυ.
Η Μαυροδάφνη στο πάτωμα δίπλα μου, κι εκείνος να κάθεται στο γραφείο του, σκυθρωπός και αμίλητος.
Τον είχα συνηθήσει αμίλητο. Μα απόψε η σιωπή του ήταν εκωφαντική σχεδόν ανυπόφορη.
Άρχισα να πίνω γρήγορα αποφεύγοντας να τον κοιτάξω. Αποφεύγοντας τις σκέψεις μου...
Και τότε άρχισε να κλαίει. Και άρχισα να κλαίω κι εγώ...


Δεν μιλήσαμε... Ισως δεν είχαμε τίποτα να πούμε... Ίσως δεν μπορούσαμε να πούμε.
Την επόμη μέρα το πρωί τα δάκρυα είχαν στεγνώσει. Η πίκρα είχε ξεραθεί στα μάγουλά μου και περίμενε να την ξεπλύνω. Να ξεχάσω.


Οχι, δεν ήταν η πίκρα του χωρισμού. Δεν ήταν το οτι θα τον χάσω. Ούτε καν η απουσία.
Κανένα συναίσθημα ζήλιας ή θυμού.
Μόνο αυτή η πίκρα...
Η πίκρα που μένει στην καρδιά σου όταν φτάσεις τόσο κοντά στο όνειρο και δεν προλάβεις να το ζήσεις.


Άγγιξα το απόλυτο. Άγγιξα τον έρωτά μου και κάτω απο το μανδύα του ήταν κι εκείνος ερωτευμένος μαζί μου.
Άγγιξα το παραμύθι μου. Εκείνο που ο πρίγκηπας σε αγαπάει... Σε αγαπάει πολύ... Και σε αγαπάει για πάντα.


Μόνο αυτό πονάει... Να τον βλέπεις... Να ξέρεις πως εκείνος που ζούσε στα όνειρά σου τόσα χρόνια υπάρχει! Είναι εκεί! Τον άγγιξες! Και τώρα πρέπει να φύγει.


Τα δάκρυά μας εκείνο το βράδυ ξεπλύναν την ντροπή του να μην κυνηγάς την ευτυχία.
Και ξυπνήσαμε δυο άνθρωποι μισοί, έτοιμοι και προετοιμασμένοι να ζήσουμε τη μιζέρια μας.


Εκείνο το βράδυ ο κόσμος μου άλλαξε...


Και κατάλαβα για πρώτη φορά πως το παραμύθι πρέπει να έχεις αρχί$&*% για να μπορέσεις να το ζήσεις. Στη ζωή δεν σου χαρίζεται τίποτα!!!

Saturday, 6 June 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 26)





Την αγαπάω. Τη νοιάζομαι. Θέλω να είναι ευτυχισμένη. Γελάει και το γέλιο της φωτίζει τη ζωή μου. Με ζεσταίνει. Με αγγίζει και νοιώθω κύματα αγάπης να με πλημμυρίζουν. Το βλέπω πως μ’αγαπάει. Με όλη της την ψυχή. Μα η Μαρία... Αχ, η Μαρία... Είναι όλα τόσο αβίαστα μαζί της. Το σώμα μου μουδιάζει στο άγγιγμά της, κι όταν με φιλάει, νοιώθω χείμαρρους να κατακλύζουν το κορμί μου. Τη θέλω δικιά μου. Κανείς ποτέ να μην την επιθυμήσει, να μην την αγγίξει. Θέλω να ερωτευμένη μαζί μου όπως είναι τώρα. Να με αναζητά, να με χρειάζεται, να μην μπορεί να ζήσει μακριά μου. Η Κατερίνα δεν θα το ξέρει. Δεν θα μάθει ποτέ. Κι ό,τι δεν ξέρει, δεν μπορεί να την πληγώσει.
Κι αν η Μαρία δεν αντέξει; Κι αν θέλει περισσότερα; Πώς να διαλέξω; Πώς να πληγώσω μία απο τις δύο; Πώς να πληγώσω εμένα τον ίδιο;
Υπομονή. Ο καιρός θα δείξει.


Σήμερα η Μαρία ήταν παράξενη. Σχεδόν... μελαγχολική. Δεν με αγκάλιαζε όπως πρίν... Με κρατούσε πιο σφιχτά. Λες και θα με έχανε. Με φιλούσε συνέχεια. Λες και δεν θα με ξανάβλεπε. Κι όταν έφυγα αργά το βράδυ να γυρίσω σπίτι, μου φάνηκε σα να κλαίει... Βουβά μέσα στον ύπνο της.
Νομίζω οτι με τον τρόπο της σήμερα με αποχαιρέτησε. Ένοιωσα την καρδούλα της να προσπαθεί να φύγει μακριά μου. Δεν μπορώ να την αφήσω να φύγει... Την Μαρία μου... την Γλυκειά μου Μαρία...


Συνεχίζεται ...

Friday, 5 June 2009

Άλλο ένα παραμύθι;

Όταν ήμουνα μικρή ονειρευόμουν ένα γαλάζιο πρίγκηπα να έρθει να με σώσει απο αυτόν τον άδικο και άγευστο κόσμο.
Θα είχαμε λέει μια δική μας πραγματικότητα, εναν μικρόκοσμο και θα μπορούσαμε να κρυβόμαστε εκεί όποτε θέλαμε. Θα ήταν το μυστικό μας...
Τις καθημερινές θα δουλεύαμε και θα βλέπαμε τους φίλους και τους συγγενείς μας και τα σαββατοκύριακα, θα ανοίγαμε την πορτούλα και θα μπαίναμε εκεί... στον παράδεισό μας.

Ο πρίγκηπάς μου δεν είχε συγκεκριμένη μορφή, αλλά έπρεπε να με αγαπάει μέχρι θανάτου. Ναι.! Δεν συμβιβαζόμουν με τίποτα λιγότερο σε αυτό. Μέχρι θανάτου!

Τότε... Όταν έφτιαχνα το παραμύθι, είχα ξεχάσει να σημειώσω βασικές λεπτομέρειες...




Ίσως γι’αυτό απόψε το «μέχρι θανάτου» εσύ το μετέφρασες να είναι του δικού μου θανάτου...
Ίσως γι’ αυτό, πήρες τα κλειδιά του παραδείσου μας και έφυγες αφήνωντάς με στην πραγματικότητα χωρίς διαφυγή...
Ίσως γι’αυτό τελειώνει ο αέρας στο δωμάτιο και δεν μπορώ να ανασάνω...

Monday, 1 June 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 25)








Απο το ημερολόγιο της Μαρίας:

Διπλώνοντας το γράμμα σου θυμήθηκα εκείνη τη μέρα στο νοσοκομείο. Θυμάσαι; Είχα σπάσει το δάχτυλό μου και ο γιατρός μου χαμογέλασε και μου είπε: «Μην κλαίς Μαρία. Βλέπεις; Έχει σπάσει μία κι έξω. Αυτό είναι καλό. Θα θρέψει πιο γρήγορα!».
Ίσως έτσι να γίνει και μαζί σου. Ίσως το οτι η ζωή μου αυτή τη στιγμή έχει σπάσει σε χιλιάδες μικρά κομματάκια, ίσως το οτι τα έχασα όλα, να είναι καλό τελικά. Θα ξεχάσω... πιο γρήγορα.


Είναι σκοτεινά. Ήταν πάντα τόσο σκοτεινά εδώ τη νύχτα;
Κοιτάω τον ουρανό... Μόλις έχει βγεί το φεγγάρι. Μικρό και κυρτό... Ένα μωρό φεγγάρι που μόλις γεννήθηκε στην αγκαλιά της νύχτας.


Έπρεπε να φύγω μακριά. Μακριά απο κάθε ελπίδα.... Μακριά απο κάθε πιθανότητα να είμαστε ξανά μαζί. Δεν θα του αφήσω κανένα περιθώριο. Ίσως δεν είναι σωστό, αλλά είναι το μόνο που αντέχω να κάνω. Μπορώ να βρώ χίλιες και μία δικαιολογίες για να μην τον αφήσω. Μπορώ να βρώ κι άλλες τόσες για να συνεχίσω αυτό το μισό, λειψό και αρρωστημένο παιχνίδι. Μα... Δεν μπορώ να ζώ άλλο στην άκρη του ονείρου μου. Πρέπει να πάρω μια απόφαση. Μέσα ή έξω. Να το ζήσω στα άκρα ή να το αφήσω να χαθεί στα βάθη της λήθης μια για πάντα;
Και για εκείνον θα είναι καλύτερα έτσι... Στο κάτω κάτω πριν μπώ εγώ στη μέση να περιπλέξω τη ζωή του είχε διαλέξει μονοπάτι. Εκείνος ήξερε που θέλει να πάει. Ίσως ακόμα να ξέρει... Ίσως εγώ να ήμουν απλά ένας σταθμός κι όχι Ο ΣΤΑΘΜΟΣ. Ίσως να ήμουν ακόμη μία... και όχι Η ΜΙΑ. Αν ήταν αλλιώτικα τα πράγματα δεν θα του ήταν τόσο δύσκολο...


Πόσο πονάει να παραδέχεσαι οτι δεν είσαι αρκετή... Πόσο πονάει να συνειδητοποιείς οτι ο άντρας που θεωρείς το άλλο σου μισό, ο άντρας που θές να περάσεις τη ζωή σου μαζί του, ο άντρας που για σένα σημαίνει τα πάντα... σε βλέπει σαν ακόμα μία απο τις πολλές γυναίκες στη ζωή του.





(Συνεχίζεται...)