Showing posts with label Κική Δημουλά. Show all posts
Showing posts with label Κική Δημουλά. Show all posts

Sunday, 31 January 2010

Ξέρεις τι είναι προδοσία;


"Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες
το σεσημασμένο φιλί.
Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
θα επιστρέψω εξολοκλήρου

αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
κεντήθηκε με καυτή βελόνα
τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.

Ξέρεις τι είναι προδοσία;
Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
κάθε σώμα
καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
όπως είναι η στάση της πίστης
η στάση της αγάπης
μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
με μόνη θέα νύχτα μέρα
καρφωτή στα μάτια
την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.

Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
ο αντζέντης της προδοσίας;
Το προδοτικό φιλί.
Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
με την αθανασία
εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
οι οθόνες των αιώνων

γιατί αυτό το φιλί
είναι που διεγείρει
την καταπιεσμένη αγριότητα
προσηλυτίζει το αίμα
στη θρησκεία του θανάτου
εκείνο είναι που
κόβει την ανάσα των θρήνων

κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
είναι γιατί θυμάμαι
ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
την πόρτα της προδοσίας
αλλά το προδοτικό φιλί της
δεν μου το έδωσες.

Γράψε μου σε παρακαλώ
τη διεύθυνσή του."

Saturday, 10 October 2009

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμενω. Σε φουαγιε θεατρου.

Ωσπου ν' αρχισει η παρασταση

βλεπω τι παιζεται πλαγιως εντος ενυδρειου που διασκεδαζει την αναμονη

Τετραγωνο περιπου σαν κουτι παπουτσιων στο νουμερο της υπερβολης.

Σε γωνια σφηνωμενο για να γευονται διπλη ασφυξια οι τοιχοι.
Μικρα ψαρακια οσο το χρυσαφί του ηλιου επανω σε χρυσομυγας ξεριζωμενο βομβο
τρεχουν πανικοβλητα.
Σκυλοψαρο τζαμιτα κυνηγα.
Νανος βυθος. Τον γαργαλαει ευκολα με τα κοντα της δαχτυλακια η επιφανεια.


Συνθλιβεται η πλευση συχνα στις συμπληγαδες πετρες - χαλικι ευρημα στεριανο.


Καθε τοσο αγωγος κρυμμενος στελνει βιαιο αερα, φουρτουνιαζει καπως η ανια


φυκια ξεμαλλιαζονται με πλαστικονολοφυρμο.


Για λιγο καταποντιζεται η ορατοτης.


Ωσπου μισοπνιγμενη την τραβανε κατα πανω κατι φυσαλιδες οξυγονου μικρες σαν
καρφιτσας κεφαλακι που βγαινουν απο των ματιων μου τη λιγοστη φιαλη


Τι λυπασαι, χρυσοψαρα ειναι ουτε που γνωρισαν θαλασσα ποτε τους


Και μεις ποσο ταχα γνωρισαμε? Κι ομως το νοσταλγουμε αυτο το διολου

Tuesday, 22 September 2009

πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου;


Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα;
Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.

Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα.
Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε.
Εκεί με κλειστά τα μάτια.


Από τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης (1994)

Saturday, 19 September 2009

Γρίφοι...


"Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.

Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φωςνα σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη".






Δημουλά Κική

Monday, 25 May 2009

Ο Πληθυντικός Αριθμός

Ο έρωτας,όνομά ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν
ενικού αριθμού
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού
γένους ανυπεράσπιστου.

Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος, όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός: οι φόβοι.

Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμόςοι νύχτες.

Οι νύχτες από δω και πέρα.

Thursday, 27 November 2008

Μάνα, λὲς νὰ εἶναι κληρονομικὴ ἡ πραγματικότης;




Ἔτσι...


χωρὶς ποτὲ νὰ μοῦ διαβάσεις παραμύθια,


ὅπως χωρὶς σὲ μεγαλώσανε καὶ σένα...


....


Κι ἐγὼ ὅπως ἐσὺ ποτὲ δὲ διανοήθηκα


σπιτάκι φωτισμένο στὸ βάθος νὰ διακρίνω


ποτὲ δὲν μπῆκα στῆς Χιονάτης τὴ δανεικὴ ὁδὸ


δὲ χώθηκα ποτὲ σὲ ξένη σούπα νὰ κοιμηθῶ


οὔτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα


μικρόσωμο κρεβάτι μὲ νάνους σκεπασμένο


γιὰ νὰ κρατιέται ζεστουλό.



Μάνα, λὲς νὰ εἶναι κληρονομικὴ ἡ πραγματικότης;

Monday, 1 September 2008

ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή. Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν. Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς, λόγια, πουλιά, πλαστογραφία ζωῆς. Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια, πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρακι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου. Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν. Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη, ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι; Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα. Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι: «ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;». Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο». Ἄρχισε ψύχρα. Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

Friday, 1 August 2008

ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε. Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες μὲ βροχή, ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινοὑ πομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς. Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες. Τὰ τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα. Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρακαὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα, τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων, κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος. Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα. Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.Ἔλαβα κάρτες σύντομες:ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ κάτι χαιρετίσματα ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες. Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες. Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα. Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ... Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος. Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ. Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα. Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα. Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους. Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης, ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης. Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα. Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα. Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει, κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ στὰ ξεροπόταμα καὶ παρασύρθηκα.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.

http://mafalda-zsazsazsu.blogspot.com/2008/05/blog-post_18.html