Showing posts with label Πεζά. Show all posts
Showing posts with label Πεζά. Show all posts

Tuesday, 26 January 2010

«...Αν πεθαίναμε δυο φορές είναι σχεδόν βέβαιο οτι την δεύτερη θα πεθαίναμε καλύτερα απο την πρώτη...
Αυτή η σκέψη είναι περίπου αλήθεια – δεν πιστεύω οτι υπάρχουν απόλυτες αλήθειες -, τότε οι επιλογές μας είναι που καθορίζουν το θέατρο της ζωής μας. Δεδομένων των περιορισμών και της τυχαιότητας, πιστεύω οτι το είναι μας, το γίγνεσθαι ή πιο απλά το τι και πως σκεφτόμαστε, τί αισθανόμαστε, το πως βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο, το τι κάνουμε, ποιοι είμαστε, τι θα γίνουμε, που θα πάμε, πως θα πάμε και το πώς θα φύγουμε είναι κατ’ουσίαν αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Λίγο ή πολύ, όλοι μας σχεδόν είμαστε αποτελέσματα των επιλογών μας. Συνεπώς η κατανόηση της ελευθερίας να επιλέγουμε είναι προυπόθεση για αν ζήσουμε τη ζωή μας και να μην αφήσουμε να μας ζήσει αυτή. Να δημιουργήσουμε το πεπρωμένο μας και να μην αφήσουμε να μας το δημιουργήσουν οι άλλοι. Να ζήσουμε δηλαδή μια ζωή που, αν ήταν να την ξαναζήσουμε για δεύτερη φορά, θα θέλαμε να είναι η ίδια. Ο Ρήγας Φεραίος είχε πέι οτι «συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελέυτερα». Είχε δίκιο. Όμως για να συλλογάται κανείς ελεύθερα πρέπει να διαθέτει γνώση: αυτή είναι που προσδιορίζει κυρίως την ποσότητα, την ποιότητα των εναλλακτικών λύσεων που διαθέτουμε και την ορθότητα των επιλογών που κάνουμε. Άρα την ελευθερία μας. Όσο περισσότερη γνώση, τόσο περισσότερες εναλλακτικές επιλογές και τόσο πιο σωστή η αξιολόγησή μας γι’αυτές.»


Απόσπασμα απο το βιβλίο «Όλα σου τα’μαθα μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντα.

Monday, 25 January 2010

Έρως και πάθος


«Η εμπειρία της σωματικής επαφής είναι πιο ουσιαστική και απαραίτητη κι απ’την τροφή. Το άγγιγμα, το χάδι είναι οι κυρότεροι και πιο βασικοί τρόποι γνώσης και έρωτα. Με το χάδι «σχεδιάζω» το σώμα, ακολουθώ και ανακαλύπτω τα όριά του, δίνω σχήμα στη σάρκα του. Το αναγεννώ και αφήνομαι να αναγεννηθώ. Και φυσικά προσπαθώ να ανακαλύψω το αγαπημένο πρόσωπο και μέσα απο την επαφή να μάθω τα μυστικά του. Η ουσιαστικότερη πλευρά της σχέσης είναι αυτή ακριιβώς η ανεξάντλητη συνατότητα του ατόμου που δύσκολα αφήνει να διαφανεί η βαθύτερη διάστασή του.

Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που ενώ γνωρίζονται πολλά χρόνια, κατορθώνουν να ζήσουν την ερωτική συνάντηση σαν κάτι καινούριο, γιατί το κρυφό στοιχείο που θέλουν να ανακαλύψουν, δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο έρωτας παραμένει ανικανοποίητος και ο αμοιβαίος πόθος επιβιώνει μέσα στον χρόνο. Όταν εκλείψει το μυστήριο, έρχεται η αδιαφορία. Οι ερωτικές σχέσεις είναι κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή μας γιατί μέσα απο αυτές αναπτύσσεται και εδραιώνεται το αίσθημα της ασφάλειας και της φυσικής ευεξίας.

Το αίσθημα της αγάπης που δεχόμαστε εσωτερικέυεται με βάση τις πρώτες εμπειρίες επαφής και συνεισφέρει στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης.

Άν έχουμε την τύχη να αγαπθούμε εμείς και το σώμα μας απο κάποιον που είναι και σε θέση να αποδεχτεί τις ιδιαιτερότητές μας, τότε η ζωή αποκτά νόημα και ουσία.

Οι πιο εμφανείς μεταβολές που διαπιστώνουμε εν γένει σε έναν άνθρωπο δεν οφείλονται σε πνευματική ωριμότητα αλλά σε κάποια ερωτική εμπειρία που έχει δώσει νέα διάσταση στη ζωή του.»




Aldo Carotenuto

Έρως και πάθος

Friday, 15 January 2010


"...Συνήθως δε λέμε ακριβώς αυτό που μας θυμώνει, επειδή μας φυλακίζει στις ενοχές. Καταλήγουμε να λέμε άλλα κι άλλα, όταν πια δεν αντέχουμε την πίεση και γι’αυτό τέτοιες εκρήξεις καταντούν τόσο υπερβολικές και παράλογες. Γιατί δε φανερώνουν αλήθειες, αντίθετα κρύβουν αλήθειες και, ως εκ τούτου, είναι απελπισμένες...."

Thursday, 14 January 2010

Ήρωες


"Ήρωας δεν είναι εκείνος που δε φοβάται,που δεν πικραίνεται.Είναι εκείνος που φοβάται και πικραίνεται το ίδιο με τον καθένα μας,ίσως και περισσότερο-γιατί όσο γενναιότερος τόσο πιο ευαίσθητος-,αλλά ο φόβος δε μεταλάσσει τις αποφάσεις της καθαρής του καρδιάς,δεν επηρεάζει τις επιλογές του ωριμότερου νου του."

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη,"Ο παλιάτσος και η άνιμα"

Wednesday, 13 January 2010

Ίμερος και κλινοπάλη


«Όταν εντέλλει δύο άνθρωποι πέφτουν γυμνοί στο κρεββατι, το κύριο στοιχείο της συναντησής τους είναι η αποφυγή των άλλων. Μπορεί να συντρώγουν μαζί με άλλους, να συνομιλούν ή να θεατρίζονται, αλλά στο ζήτημα της οχείας επιβάλλεται η απομόνωση. Βρίσκουν μια στέγη, αμπαρώνονται , χαμηλώνουν τα φώτα και τηλέφωνα. Λες και βγαίνουν απο τον κόσμο και τον χρόνο των άλλων. Η γύμνια έχει κάτι το ανιστορικό.

Έξω απο τα ρούχα τους οι άνθρωποι της Ομηρικής εποχής όσο και του μεσαίωνα, οι άνθρωποι της παλινόρθωσης όσο και οι κάτοικοι ενός ουρανοξύστη έχουν την κοινότητα της γύμνιας τους.

Αυτό δεν σημαίνει οτι η γύμνια της κλινοπάλης σε φέρνει κοντά στους άλλους, αλλά οτι, έξω απο το τυπικό στίγμα μια εποχής, την ενδυμασία, οι ερωτευμένοι επιστρέφουν σε κάτι αρχέγονο. Η κλινοπάλη προσλαμβάνει γοργά ένα χαρακτήρα μυητικής τελετουργίας που δεν επιτρέπει στον εαυτό της να εκτίθεται. Υπάρχει ένα στοιχείο ακατανόητου μυστηρίου στη σωματική επαφή (μάτια με μάτια, σάρκα με σάρκα) που, στο μέτρο που είμαστε ικανοί να το καταλάβουμε, το περιβάλλουμε με σεβασμό και σιωπηλή υπακοή.

Η όραση, που για τις πληγές της ψυχής κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, τώρα στη σφαίρα της κλινοπάλης, υποχωρεί σημαντικά. Τη θέση της υποβλέπει η αφή. Δηλαδή η αίσθηση με τη μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Μόνο το άπτεσθαι πείθει σωματικά. Γιατί η όραση είναι αισθητή επηρμένη, πολυπράγμων. Εύκολα ξεμυαλίζεται. Ρέπει σφοδρά προς κάθε μορφή υπερβολής και επιπολαιότητας.

Ενώ η αφή είναι πιστός σύμβουλος. Ό,τι λέει το λέει χαμηλόγωνα και εμπιστευτικά. Γι’αυτό άλλωστε της πάει το ημίφως. Ένα κλίμα άφωνης ντροπής. Ως θωπεία, η αφή μιλάει. Και το έργο που αυτή η ομιλία πρέπει να φέρει εις πέρας είναι μεγάλο.»

Κωστής Παπαγιώργης

«Ίμερος και κλινοπάλη»

Wednesday, 14 October 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Το τέλος)

Αγαπητέ κύριε Έτσι,

δεν με ξέρεις... Το όνομά μου είναι Νεφέλη και είμαι κόρη της Μαρίας... και... δική σου.

Σκεφτόμουν πολύ καιρό πώς να στο πώ και αποφάσισα οτι ένα γράμμα είναι η πιο εύκολη λύση. Έτσι θα έχεις καιρό να σκεφτείς και να αποφασίσεις τί θέλεις να κάνεις.

Τη μητέρα μου, τη θυμάσαι ελπίζω... Γιατί εκείνη σε θυμάται κάθε μέρα! Σου γράφει τακτικά (υποτίθεται πως δεν το ξέρω αυτό) και κάθε 6 του Απρίλη, φτιάχνει μια τούρτα. Είναι η μέρα που για πρώτη φορά συνειδητοποίησε οτι σε αγαπάει και θα τη φτιάχνει λεει μέχρι να παψει να νοιωθει το ίδιο.

Δεν ξέρω γιατί σου γράφω... Όλοι μου λέγανε να μην το κάνω. Μα εγώ θέλω να σε γνωρίσω. Έχω τόσες ερωτήσεις να σου κάνω, τόσα πράγματα να σου πώ... Μερικές φορές σε βλέπω στον ύπνο μου...

Έχω μια φωτογραφία σου. Εσύ και η μαμά σε κάτι διακοπές στη Ρόδο. Εκείνη δεν έχει αλλάξει καθόλου απο τότε. Εσύ άλλαξες άραγε;

Τα παιδιά στο σχολείο μιλάνε διαρκώς για τους γονείς τους. Κι εγώ δεν έχω τί να τους πώ για σενα.

Το ξέρω οτι όλα αυτά ειναι λίγο... περίεργα και απότομα...

Δεν χρειάζεται να έρθεις να με δείς αν δεν το θες, ομως σε παρακαλώ, πες μου... Γιατι με άφησες;



Νεφέλη.

ΤΕΛΟΣ

Sunday, 11 October 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (συνέχεια 39)

Μερικά χρόνια αργότερα – Απο το ημερολόγιο του Έτσι


Γυρίζω στις γειτονιές του Λονδίνου, εκεί που γυρίζαμε μαζί μα δεν κατάφερα ακόμα να σε βρώ. Αν και σήμερα είδα μια κυρία που σου έμοιαζε καταπληκτικά.
Σγουρά μακριά μαλλιά, τζίν και σπορτέξ, να περπατάει προς τον Τάμεση. Θα ξαναπάω αύριο εκεί μήπως και την πετύχω.
Πώς άφησα τόσα χρόνια να πάνε χαμένα; Πώς επέτρεψα στον εαυτό μου να αφομοιωθεί τόσο πολύ απο τη ρουτίνα και να ξεχάσει το όνειρο; Πώς σε άφησα να φύγεις; Γιατί δεν σε κυνήγησα;
Αχ, το ξέρω... Όσο κι αν πονάει, το ξέρω!
Με βόλευε Μαρία μου, με βόλευε γλυκεία μου το οτι έφυγες. Με βόλευε που εσύ πήρες αυτή τη δύσκολη απόφαση για μένα. Κι όσο κι αν με πόνεσε, πίστευα πως θα συνηθίσω την απούσια σου... Πώς θα με βοηθήσει η παρουσία της Κατερίνας να ξεχάσω...
Όμως έκανα λάθος. Η Κατερίνα δεν μπορύσε να γεμίσει το κενό που άφησες. Αυτός το χώρος είχε πάντα κλειδαμπαρωμένες πόρτες και το κλειδί το έχεις μόνο εσύ. Η μισή μου καρδια, η ατελής ψυχή μου και η τεράστια τρύπα που άφησες δεν άργησαν να σπρώξουν την Κατερίνα προς την έξοδο κινδύνου.
Και ίσως έτσι είναι καλύτερα και για μένα και για εκείνη.
Η σχέση μας δεν κράτησε πολύ και ένα χρόνο αφού χωρίσαμε γνώρισε τον Κώστα με τον οποίο είναι ακόμα μαζί, και είναι πραγματικά καλά. Ήρεμοι και καλά.
Μιλάμε που και που... τυπικά. Δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε ουσιαστικό.
Δεν της κρατάω κακία. Σε κανέναν πια... Ποιόν να κατηγορήσω για τα δικά μου λάθη; Επέλεξα δρόμους που βγάζαν πουθενά και πλήρωσα το τίμημα.
Εκείνη κατάλαβε νωρίς το λάθος της και έφυγε... Κι εγώ τόσα χρόνια προσπαθώ να σε βρώ. Κρύβεσαι καλά... Το είπες πως θα εξαφανιστείς και το έκανες!
Μα, Μαράκι μου... Μα, καρδούλα μου... Δεν σκέφτηκες ποτέ πως εγώ δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου;
Το μόνο που με κρατάει ακόμα όρθιο είναι που ξέρω πως είσαι καλά. Πως είσαι ζωντανή κάπου σε αυτόν τον κόσμο. Στον ίδιο κόσμο που ζώ κι εγώ και πως μια μέρα θα σε ξαναβρώ.
Αν μπορούσες να διαβάσεις αυτό το γράμμα, θα γελούσες... Θα με κατηγορούσες πως κατάντησα γλυκανάλατος και υπερβολικός!
Μα όσο κι αν δεν το πιστεύεις... Όσο κι αν ποτέ σου δεν το πίστεψες, εγώ ζώ μόνο για σένα. Η μισή μου καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στο δικό σου στήθος.
Καληνύχτα αγάπη μου...


Να είσαι καλά όπου κι αν είσαι...

Σ’αγαπάω!

Sunday, 27 September 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 38)

Μερικά χρόνια αργότερα – Απο το ημερολόγιο της Μαρίας



Αυτό το πάρτυ ήταν βαρετό αλλά μερικές φορές το χρόνο πρέπει κι εγώ να βγαίνω απο το καβούκι μου. Να φοράω τα καθωσπρέπει ρούχα μου, να βγάζω αυτό το ξεφτισμένο τζιν και το φούτερ και να συμπεριφέρομαι όπως όλοι οι άλλοι. Όσα χρόνια κι αν ζήσω σε αυτή τη χώρα δεν θα καταφέρω ποτέ να αφομοιωθώ απόλυτα. Αλλά τουλάχιστον έχω καταφέρει να πίνω και να μην μεθάω.
Απόψε πρέπει να ήπια παραπάνω γιατί γυρίζοντας μου φάνηκε πως είχα παραισθήσεις. Μια γνωστή φιγούρα περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες στο απέναντυ πεζοδρόμιο και με προσπέρασε μόλις δυο τετράγωνα μακριά απο το σπίτι. Φορούσε ένα σκούρο μπουφάν και ένα ανοιχτόχρωμο παντελόνι, σκουφάκι για το κρύο... Δεν πρόλαβα να δώ το πρόσωπό του, τα γένια του το κάλυπταν σχεδόν όλο. Μα θα ορκιζόμουν πως ήταν αυτός.!
Πόσος καιρός είχε περάσει... Κι όμως τον είχα τόσο ζωντανά στο μυαλό μου! Και τώρα ένας άγνωστος που του μοιάζει κάνει όλα μας τα βράδυα να χορεύουν μπρος τα μάτια μου λες και είχε περάσει μια στιγμή. Μια στιγμή... Μια αιωνιότητα...!
Τα συναισθήματα επιστρέφουν ζητώντας δικαίωση, μα ξέρω πια να τα θάβω καλά. Εξάλλου ο μόνος τρόπος να επιβιώσω ήταν αυτός. Να κρύψω σε απρόσιτα βαθη τις χειροβομβίδες τις γεμάτες έρωτα και πόθο για κείνον.
Κοιτάζω τα χέρια μου καθώς γράφω και ανεπαίσθητα χαμογελάω. Κάθε ρυτίδα τους είναι ακριβοπληρωμένη, κάθε μέρα επιβίωσης χαραγμένη επάνω μου. Για να μην ξεχάσω ποτέ πόσο βαρύ είναι το τίμημα της μοναξιάς. Πόσο πικρό είναι το χάπι της επιλογής του να μην συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο απο τον απόλυτο έρωτα.
Πόσο ατέλειωτα είναι τα βράδυα... Τα βράδια που κοιμάσαι με αμφιβολίες, τα πρωινά που ξυπνάς με αμφιβολίες... Αμφιβολίες που δεν θα φύγουν ποτέ. «έκανα το σωστό;»
Σε θυμήθηκα απόψε αθελά μου... Μα τώρα είναι πια αργά. Θα κλείσω το κουτάκι σου και θα σε βάλω εκεί, με τα άλλα της πανδώρας... Τουλάχιστον για απόψε.




Να είσαι καλά αγάπη μου όπου κι αν είσαι...




(Συνεχίζεται...)

Tuesday, 8 September 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 37)






Σου γράφω που και που... Γράμματα που δεν θα διαβάσεις ποτέ.
Σε σκέφτομαι που και πού...
Σκέψεις που ποτέ δεν θα μάθεις...
Δεν περιμένω τίποτα απο σένα, ούτε περίμενα ποτέ. Σε ξέρω... Ξέρω γιατί έφυγες. Σε καταλαβαίνω.
Την αγαπάς την Κατερίνα. Τη νοιάζεσαι και δεν μπορείς να μην εισαι εκεί όταν σε χρειαζεται. Το ξέρω πως το ίδιο θα έκανες και για μένα και για τον καθένα που αγαπάς και έχει την ανάγκη σου.
Εγώ είμαι δυνατή. Έχω μάθει να είμαι. Έχω αναγκαστεί να είμαι! Μπορώ να επιβιώσω και μόνη μου. Εκείνη δεν μπορούσε...
Η κόρη μας σήμερα κλείνει τα 4 της χρόνια. Όλο απορίες και ερωτήσεις για τον πατέρα της και γιατί μας άφησε. Με ρωτάει αν πήγες φυλακή ή αν σε πήραν αιχμάλωτο και της λέω όχι. Δεν καταλαβαίνει πώς μπόρεσες να την αφήσεις μόνη της.
Της λέω πως η Κατερίνα ήταν άρρωστη, πως δεν μπορούσε χωρίς εσένα μα... Και πάλι δεν καταλαβαίνει. Γιατί δεν μπορούσες να έχεις και τις δύο με ρωτάει...
Και βέβαια εννοεί τον εαυτό της και την Κατερίνα.
Ίσως έκανα λάθος που δεν στο είπα ποτέ, μα δεν ήθελα να γυρίσεις για αυτό. Δεν ήθελα να εκβιάσω τις επιλογές σου. Και...
Και τώρα... Μετά απο τόσο καιρό, ακόμα φοβάμαι να στο πώ. Γιατί;
Δεν είμαι σίγουρη...
Ίσως είναι εγωιστικό, ίσως είναι επειδή η ανάμνησή σου ακόμα με καίει και η παρουσία σου θα με πονούσε κάθε μέρα.
Ας είσαι καλά οπου κι αν είσαι...
Η κόρη μας έφτιαξε ένα κουτάκι απο ξύλο στο προνήπιο και το έφερε σπίτι να μου δείξει το κατόρθωμά της. Έβαλε μέσα ένα χαρτάκι με το άρωμά μου και τις φωτογραφίες και των τριών μας.
Για να είμαστε κάποτε όλοι μαζί λέει...


Tuesday, 1 September 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 36)








- Μερικά πράγματα καλύτερα να μένουνε ανείπωτα γλυκειά μου Νεφέλη.

- Μα γιατί μαμα; Θέλω να μάθω για τον μπαμπα! Γιατί μας άφησε; Γιατί δεν είναι πάλι εδώ στα γενέθλιά μου;


- Μωράκι μου όμορφο, δεν μας άφησε ο μπαμπάς. Εγώ έπρεπε να φύγω. Αφού τα έχουμε ξαναπεί αγάπη μου, γιατί επιμένεις να με ρωτάς;

- Μα δεν ήθελε να με γνωρίσει; Μα δεν με αγαπάει καθόλου;


- Ζουζούνα μου, ο μπαμπάς σου δεν ξέρει οτι εγώ σε είχα στην κοιλίτσα μου όταν έφυγα. Δεν μπορούσα να του το πώ τότε... Και τελικά δεν μπόρεσα να του το πώ ποτέ.

- Μα αφού σε αγαπούσε, γιατί έφυγες; Κι εκείνος γιατί δεν έψαξε να σε βρεί;


- Αχ, γλυκειά μου Νεφέλη. Ο κόσμος των μεγάλων είναι μπερδεμένος. Έλα πέσε τώρα για ύπνο και μην με ρωτάς άλλα. Η μανούλα είναι κουρασμένη...

- Καλά μαμάκα μου. Υπόσχεσαι να μου πέις οταν μεγαλώσω όμως; Ψιθύρισε μισοκοιμησμένη η Νεφέλη.


- Στο υπόσχομαι γλυκειά μου, της ψιθύρισε στο αυτί η Μαρία. Κοιμήσου τώρα γιατί αύριο δεν θα έχεις δύναμη να σβήσεις τα κεράκια σου.


Η Μαρία την χάιδεψε απαλά στα μαλλιά και την σκέπασε με το πάπλωμα. Κάνει πολύ κρύο απόψε και έξω είναι όλα χιονισμένα.



(Συνεχίζεται...)

Friday, 28 August 2009

Τί θα γίνω αμα δεν μεγαλώσω;


“Πριν απο χρόνια είχα έναν φρονιμίτη που αρνιόταν να βγεί. Πονούσε, πρηζόταν, ξεπρηζόταν και πάλι απο την αρχή. Αποτέλεσμα μηδέν όμως. Τώρα ξέρω, υποδήλωνε έμμεσα την άρνησή μου να ενηλικιωθώ. Τότε πίστευα πως χρειαζόμουν επειγόντως οδοντίατρο. Άνοιξα λοιπόν τον χρυσό οδηγό και βρήκα ένα όνομα στην τύχη. Γείτονας ήταν. Πήγα ως εκεί με τρεμάμενα πόδια, χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ένας μειλίχιος πενηντάρης απ’αυτούς που επιδρούν κατευναστικά στο νευρικό σύστημα των ασθενών. Με παρέλαβε χαμογελαστός, με κάθισε στην πολυθρόνα, έκανε μια ενδελεχή επισκόπηση του πεδίου και αποφάνθηκε οτι έπρεπε να αποκαλύψουμε τον φρονιμίτη που έπαιζε μαζί μου κρυφτό. Έκλεισα λοιπόν τα μάτια, άνοιξα το στόμα και αφέθηκα στα τίμια και έμπειρα χέρια του – τί άλλο μπορούσα να κάνω; Περίμενα μοιρολατρικά το χτύπημα του τροχού επι κάμποσα λεπτά, πιάστηκε το σαγόνι μου στο ααααααα... αλλά τίποτα. Τελικά αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια. Ο οδοντίατρος είχε αποστρέψει το βλέμμα απο το ορθάνοιχτο στόμα μου και χάζευε το ανοιξιάτικο πρωινό απο το μεγάλο παράθυρο, απορροφημένος. Μια λύπη στο προσωπό του σε ανάγκαζε να σεβαστείς τη σιωπή. Περίμενα. Σε λίγο με πήρε η άκρη του ματιού του και στράφηκε. Μου χαμογλελασε. «Σκέφτομαι» μου είπε. Κούνησα το κεφάλι, ελπίζοντας να του δώσω να καταλάβει οτι δεν ζητούσα εξηγήσεις. «Πώς το’κανα αυτό;» συνέχισε. «Γιατί διάλεξα να περάσω όλα μου τα πρωινά κοιτάζοντας σκοτεινά στόματα και σάπια δόντια;» Με κοίταξε σοβαρά με τα γλυκά του μάτια σα να περίμενε απο μένα ένα χρησμο. Δεν ήξερα τίνα του πώ. Ψέλλισα μόνο, «Να’ρθω αύριο;». Σήκωσε τους ώμους χαμογελώντας μια ιδέα. «Εγώ; Εγώ να’ρθω αύριο;». Ανασηκώθηκα και έβγαλα το χάρτινο πετσετάκι. Εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει τη λιακάδα. Φεύγοντας του έδωσα το χέρι. «Καλή τύχη» του είπα και κάτι απο μέσα μου επέμενε πως οτι τη χρειαζόταν. ‘Εφυγα απ’το ιατρείο του χωρίς να ενοχληθώ. Ήξερα οτι αυτήν τη μέρα δεν επρόκειτο να την ξεχάσω εύκολα. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα. Τρία χρόνια μετά ξαναπέρασα απ’το δρόμο του τυχαία. Τη στιγμή που ξαναείδα την είσοδο με τον μαραζωμένο φύκο και το φιστικί χαλάκι, όλη η σκηνή γύρισε πίσω ατόφια. Είχα δει το έργο, τώρα ήθελα να δω και το τέλος. Έτρεξα στα κουδούνια. Το δικό του έλειπε. Χαμογέλασα μέχρι τ’αφτιά.Βιάστηκα όμως όπως πάντα. Κάτω απο τα κουδούνια υπήρχε ένα χαρτάκι κολλημένο προσεχτικά με σελοτέιπ: «Το οδοντιατρείο του κ. Τάδε μεταφέρθηκε επί της οδού τάδε». Έκανα μεταβολή και έφυγα. Το δρομάκι έμοιαζε ξαφνικά στενότερο κι ανήλιαγο. Σαν να θυμήθηκε οτι κάποιος έδωσε μια μάχη εκεί και την έχασε.
Καμία μάχη όμως δεν πάει χαμένη τελικά.Εγώ παραδείγματος ΄χαριν, δεν τον λησμόνησα ποτέ τον απόηχό της. Τον θυμήθηκα ξανά σε λίγους μήνες, τότε που έπρεπε να διαλέξω τί θα κάνω στη ζωή μου. Δεν είχα ιδέα τί ήθελα. Ήξερα όμως τί δεν ήθελα. Τώρα είχα και μια εικόνα οδηγό. Έναν πενηντάχρονο να αποστρέφει το βλέμμα απ’τα πονεμένα στόματα. Ένα κεφάλι σαν ηλιοτρόπιο να κυνηγάει τη λιακάδα για να σωθεί. Και μετά συνέχισα να την χαρίζω αυτή την ιστορία – όπως μου χαρίστικε- σε όποιον τη χρειαζόταν. Τη λέω τώρα και σε σας. Σε όλους και όλες εσας που σπουδάζετε κάτι και αγωνιάτε αν είναι αυτό που πραγματικά θέλατε. Σε όσους έχετε ξεκινήσει έναν δρόμο αλλά αναρωτιέστε τα βράδια αν άξιζε τον κόπο να τον τραβήξετε ως το τέλος. Αναρωτηθείτε λοιπόν. Μήπως κοιτάτε το παράθυρο συχνότερα απο το κανονικό; Τότε φοβάμαι οτι ήρθε η ώρα να το ανοίξετε και να βγείτε. Εντάξει ένα ρίσκο πάντα υπάρχει. Μπορεί το παράθυρο να βρίσκεται στον πέμπτο. Η ασφάλεια όμως είναι μόνο κια φρεναπάτη, όπως η μονιμότητα, το για πάντα. Κανείσ δεν μπορεί να περάσει δυο φορές απο το ίδιο ποτάμι. Το ποτάμι αλλάζει. Ούτε εμείς οι ίδιοι μένουμε οι ίδιοι. Κάθε εφτά χρόνια περίπου είμαστε ολοκαίνουριοι, όλα μας τα κύτταρα έχουν αντικατασταθεί απο άλλα. Αφού λοιπόν όλα αλλάζουν, κι αυτό είναι το μόνο που δεν μπορούμε να αλλάξουμε σε αυτή τη ζωή, ας το κάνουμε μόνοι μας. Ας διαλέξουμε εμείς τις αλλαγές για να μην τις υποστούμε. Ας διαλέξουμε μόνοι μας τον τρόπο με τον οποίο θα περάσουμε το 60% της μοναδικής ζωής μας. Και – εννοείται – δεν υπάρχει κοινοτυπία σωστότερη απο το «ποτέ δεν είναι αργά». Οι πρώτοι μαρξιστές έλεγαν – και είχαν απόλυτο δίκιο- οτι είναι απάνθρωπο να κάνουμε την ίδια δουλειά επι τριαντα πέντε χρόνια. Πρότειναν λοιπόν να αλλάζουν ειδικότητα οι άνθρωποι κατα τακτά χρονικά διαστήματα για να μην εκτροχιαστεί το μυαλό τους απο τη βερεμάρα. Η βιομηχανική κοινωνία που χρειαζόταν εργάτες εξειδισκευμένους τις χλεύασε τις θεωρίες τους και άφησε ανθρώπους να τρελαίνονται βιδώνοντας μια συγκεκριμένη βίδα κάθε μέρα επι οχτώ ώρες επι μια αιωνιότητα.
Το παράδοξο είναι οτι και σήμερα τα παιδιά πιέζονται απο πολύ νωρίς να διαλέξουν τι θα γίνουν άμα μεγαλώσουν. Κι ούτε που φτάνει να δηλώσεις δικηγόρος π.χ., αλλά πρέπει να διαλέξεις και την εξειδίκευση – αστικολόγος ή ποινικολόγος; Ποιός δεκαοχτάχρονος όμως με σώας τας φρένας ξέρει τί σημαίνει ακριβώς η ζωή του ποινικολόγου; Ποιός μπορεί να του εγγυηθεί οτι δεν θα κοιτάζει τα παράθυρα σε λίγο χρόνια, παγιδευμένος για πάντα στο προάυλιο της Ευελπίδων; Έχουν άδικο μετά κάποιοι που διαλέγουν να μην μεγαλώσουν; Είναι εφιαλτικό. Αφήνω το πόσο ανόητο είναι για τις μεταβιομηχανικές κοινωνίες. Οι στατιστικές ισχυρίζονται οτι πέντε απο τα οχτώ παιδιά του δημοτικού θα κάνουν επαγγέλματα που δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί! Ο μόνος ασφαλής δρόμος σ’έναν κόσμο που αλλάζει μορφή τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνουμε πια να απορροφήσουμε τις αλλαγές, είναι η ευελιξία. Η μόνη μας άμυνα είναι η γενική μόρφωση που που θα μας επιτρέψει να εκπαιδευτούμε εύκολα και γρήγορα στα μελλοντικά επαγγέλαματα μόλις αυτά ενσκήψουν. Ή μόλις μας ενσκήψει εμάς η λαχτάρα να ανοίξουμε ένα παάθυρο στη λιακάδα... “
Λένα Διβάνη - εκδόσεις Καστανιώτη

Thursday, 27 August 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 35)







Μέσα στο φάκελο ήταν και το γράμμα της Κατερίνας...





Αγάπη μου,

Το ένοιωθα απο καιρό πως θες να φύγεις. Κάτι μέσα μου, το φώναζε διαρκώς μα έκανα πως δεν ακούω. Δεν ήθελα να δώ την αλήθεια. Δεν ήθελα να σε χάσω!
Τώρα βλέπω πιο καθαρά...
Χτίζω τη ζωή μου πάνω στη δική σου... Πατάω πάνω σου να στηριχτώ και πέφτω. Κι όλο αναρρωτιέμαι τι φταίει...
Τώρα ξέρω...
Τώρα ξέρω πως τίποτα δεν μπορεί να στεριώσει πάνω σε χαλάσματα... Και απο τη δική μας σχέση δυστυχώς μόνο χαλάσματα έχουν μείνει. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ τίποτα άλλο.
Το ήξερα πως η αγάπη σου δεν φτάνει τη δικιά μου, το ήξερα πως δεν είχες την ίδια φλόγα που θέριευε στα στήθη μου κάθε φορά που σε αντίκρυζα... Το ήξερα πως κάποια μέρα μια άλλη γυναίκα θα σου ανάψει αυτή τη φλόγα και... και τότε θα με αφήσεις.
Και να που εκείνη η μέρα ήρθε. Και να που οι μεγαλύτεροί μου φόβοι βγήκαν αληθινοί. Και να που τώρα πρέπει θέλω, δεν θέλω, να τους αντιμετωπίσω.
Το ξέρω πως είναι εκείνη. Το ήξερα απο το πρώτο λεπτό. Όταν το άγγιγμά σου άλλαξε, όταν το βλέμμα σου άδειασε. Το ήξερα πως είναι εκείνη αλλά δεν άντεχα να μην πιστέψω τις ατέλειωτες δικαιολογίες σου. Δεν άντεχα να δώ την αλήθεια κατάματα.
Θέλω να ξέρεις οτι εγώ δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου. Δεν θέλω να ζήσω μακριά σου. Δεν θα ζήσω μακριά σου!!
Ναι, μόνο αυτό θέλω να ξερεις...

Σ’αγαπάω,
Η Κατερίνα σου





(Συνεχίζεται...)

Tuesday, 25 August 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 34)










''Ετσι καταλαβα




πως η αληθεια φανερωνεται




οταν σταματας να τη φοβασαι,




οταν δε σε πικραινει πια.''




Πέπη Μούστου






Γλυκειά μου Μαρία,

Προσπάθησα να φύγω απο κει μα δεν τα κατάφερα. Θέλω να ξέρεις πως ο έρωτάς μου για σένα είναι απόλυτος. Δεν έχω νοιώσει έτσι για καμία άλλη γυναίκα και ούτε θα νοιώσω ποτέ. Ο έρωτάς μου για σένα θα καίει την καρδιά μου για πάντα. Τουλάχιστον τη μισή μου καρδιά, γιατί το άλλο της μισό το έχεις εσύ στα χέρια σου και δεν είναι ποτέ δυνατό να το πάρω πίσω.
Φωτιές θεριέυουν μέσα μου όταν συλλογίζομαι το τί θυσιάζω στο βωμό του «σωστού» μα πίστεψέ με, δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς τα πράγματα.
Το ξέρω πως θα καταλάβεις. Με ξέρεις πολύ καλά. Ίσως καλύτερα απο ότι ξέρω εγώ τον ίδιο μου τον εαυτό. Είσαι δυνατή και ανεξάρτητη. Θα το ξεπεράσεις... Θα ερωτευτείς ξανά και θα με ξεχάσεις...
Μόνο να θυμάσαι που και που πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, εγώ θα είμαι εδώ, δικός σου, να καίγομαι στη φωτιά σου.
Δεν υπάρχουν λόγια να σου πώ πόσο λυπάμαι. Ήθελα να είμαι κοντά σου για πάντα. Δεν το κατάφερα...
Μπορώ μονάχα να κυλώ την απελπισία μου ωσαν Σίσυφος που έχασε την πέτρα του και τώρα βασανίζεται αιώνια σε ένα βωμό κάποιου θεού που ούτε νόημα έχει ούτε σημασία.
Είσαι η αναπνοή μου, η ματιά μου, οι χτύποι της καρδιάς μου. Είσαι το άλλο μισό της ψυχής μου. Και είμαι ευγνώμων που σε βρήκα.
Σε αυτή τη ζωή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα θέλαμε. Γιατί να θέλει τόσο κόπο το να είσαι με κάποιον που αγαπάς;
Όμως Μαράκι μου, στο υπόσχομαι... Όσες ζωές κι αν περάσουν εγώ πάντα θα σε αναζητώ. Και θα σε βρίσκω!


Με όση αγάπη μπορεί να χωρέσει ο νούς σου,
Έτσι










Thursday, 30 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 33)















Ήταν Πέμπτη πρωί, μόλις είχαμε σηκωθεί και ετοιμαζόμασταν να πάμε στις δουλειές μας. Άνοιξα το κουτί, πήρα τα γράμματα και του έδωσα το δικό του. Απο την Κατερίνα... Ούτε πέντε λεπτά αργότερα είχε σηκωθεί να φύγει τρέχοντας.
-Που πας Έτσι; Τί έγινε;
-Πρέπει να φύγω, Μαρία! Θα σου πώ μετά...
-Να προσέχεις...

Με πήρε τηλέφωνο αργά το βράδυ να μου πεί πως δεν θα έρθει. Η Κατερίνα ήτανε λέει στα μαύρα της τα χάλια και τον χρειαζότανε τώρα περισσότερο απο ποτέ.











(Συνεχίζεται...)

Tuesday, 28 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 32)




Σὰν ἄσπρο σύννεφο ἡ σκιά σου σκεπάζει τὸν ὕπνο
ποὺ σ' ἕνα δυσεύρετο παράδεισο κοιμᾶμαι•
ἀκούω πὼς τραγουδᾶς κάτω ἀπ' τὸν ἥλιο,
μὰ μὲς στὴ φωνή σου λιγώνω
καὶ δὲ βλέπω τὸν οὐρανὸ.
Γιώργος Σαραντάρης


Ξαπλώναμε αγκαλιά στο κρεββάτι και ονειρεύομασταν φωναχτά. Εγώ πάντα μιλούσα για το πέτρινο σπίτι κοντά στη θάλασσα. Θα είχε τουλάχιστον πέντε δωμάτια, φωτεινά και με γαλάζια θέα. Οπωροφόρα δέντρα και λουλούδια γύρω γύρω και μια μεγάλη κουζίνα για να μπορώ να πειραματίζομαι με καινούριες μαγειρικές συνταγές. Πάνω στο σπίτι θα σκαρφάλωναν κληματαριές που τα καλοκαίρια θα βάραιναν απο σταφύλια. Θα φυτεύαμε λουλούδια, πολύχρωμα λουλούδια παντού και θα βάζαμε και μια αιώρα (μια μεγάλη, να χωράμε και οι δύο). Τα απογεύματα θα ξαπλώναμε εκεί παρέα και θα λικνιζόμασταν τρώγοντας καρπούζι και κεράσια.
Εκείνος επέμενε να έχουμε ένα υπόγειο και να βάλουμε τζάμια να βλέπουμε το βυθό. Δεν διαφώνησα... απόψε δεν θα του χαλάσω κανένα χατίρι.
Όνειρα είναι... Ας είναι αυτά τουλάχιστον όπως ακριβώς τα θέλουμε... Ιδανικά...
Θα είχαμε και ζωάκια. Δεν μπορούσαμε να συμφωνησουμε πόσα και τί ακριβώς, αλλά έπρεπε να έχουμε οπωσδήποτε μια φουντωτή γάτα, κάτι σε κατσίκα ή πρόβατο, κουνελάκια...
Ονειρευόμασταν μια ζωή απλή. Η σκέψη του συμπλήρωνε τη δική μου και γνέθαμε παρέα τον ιστό μιας πολύ όμορφης ιστορίας. Μια απλή, ήσυχη, ήρεμη, αληθινή ζωή.

- Και λεφτά πώς θα βγάζουμε; Μου έλεγε....
- Και τί τα χρειαζόμαστε; Του έλεγα εγώ χομογελώντας...

Θα έχουμε λαχανικά και φρούτα και θα ψαρεύουμε και θα σου φτιάχνω γιαούρτι και τυρί απο την κατσίκα μας και θα ψαρεύεις εσύ και θα πάρουμε και καμιά κότα να μας κάνει αυγά και τί άλλο θέλουμε;
Γελούσε εκείνος... Με έπαιρνε αγκαλιά και με φιλούσε...
Και μετά συνεχίζαμε να πλέκουμε το όνειρο...

Δεν θέλουμε τίποτα άλλο Μαρία μου, μόνο εγώ κι εσύ! Θα σε αγαπάω, θα με αγαπάς και θα έχουμε ο ένας τον άλλο. Για πάντα.
Και σιγά σιγά, μέσα στο πέτρινο σπιτάκι μας δίπλα στη θάλασσα αποκοιμιόμουν στην αγκαλιά του τυλιγμένη σε ολόγλυκα όνειρα.
Ήταν σα να είμαστε μαζί απο πάντα! Σα να τον ήξερα όλη μου τη ζωή κι ακόμα παραπάνω. Σα να τον αγαπούσα πάντα! Σα να μην είχα αγαπήσει ποτέ κανένα πριν απο εκείνον! Ήταν ο πρώτος μου. Όσοι κι αν πέρασαν, εκείνος ήταν πάντα ο πρώτος μου. Και παντοτινός.
Κανένας φόβος, κανένας δισταγμός, κανένα αρνητικό συναίσθημα!
Ήταν όλος μου ο κόσμος και ήταν αρκετός. Για μία στιγμή...

Αλλά...

Η αγάπη δεν κάνει τον κόσμο να γυρίζει και τα όνειρα για πέτρινα σπιτάκια και αιώρες δίπλα στη θάλασσα ξεθυμένουν το πρωί. Καίγονται στο φώς του ήλιου.
Χαμένη μέσα στην ευτυχία μου, τυφλωμένη απο την αγάπη, έκλεισα τα μάτια και δεν το είδα... Δεν το είδα να έρχεται...



(Συνεχίζεται...)

Thursday, 23 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 31)




Βάλε το χέρι σου επί ένα λεπτό
μέσα σε μια κατσαρόλα με καυτό νερό
- θα σου φανεί μία ώρα.
Κάθησε δίπλα σε μια γοητευτική γυναίκα επί μία ώρα
- θα σου φανεί ένα λεπτό.
Αυτό θα πει σχετικότητα!..
ALBERT EINSTEIN






Όλα μοιάζουν με όνειρο. Ξυπνάω και τον έχω δίπλα μου. Η ζεστασιά του κορμιού του, η ανάσα του... Πλησιάζω το προσωπό μου στο δικό του την ώρα που κοιμάται και βάζω τη μύτη μου κάτω απο τη δικιά του, μόνο και μόνο για να μυρίσω την ανάσα του. Κι εκεί δίπλα στο ζεστό του σώμα, κάτω απο τη γλυκειά του ανάσα, αποκοιμιέμαι...
Δεν κοιμάμαι πολλές ώρες , μόνο όσο είναι απολύτως απαραίτητο. Δεν θέλω να χάσω ούτε μια στιγμή... Είναι εδώ. Είναι δικός μου! Είναι δίπλα μου για πάντα. Δεν μπορώ να το πιστέψω... Τόση ευτυχία... Τόση ευτυχία...
Πήρα άδεια απο τη δουλειά για να μπορώ να είμαι μαζί του όσο περισσότερο γίνεται. Δεν με νοιάζει αν το καλοκαίρι αναγκαστώ να κάνω μπάνια μόνο στην μπανιέρα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να είμαι μαζί του...
Φοβάμαι...Τόση ευτυχία δεν έχω νοιώσει ποτέ μου. Σα να μην την αξίζω φοβάμαι... Φοβάμαι...
Μα τώρα είναι εδώ. Τον κρατάω στα χέρια μου... Ο Έτσι μου. Ο Έτσι ΜΟΥ! Η αγάπη μου...
Περνάνε οι μέρες, περνάνε οι ώρες και πετάνε μακριά. Χάνονται... Προσπαθώ να τις μαζέψω, να τις φέρω πίσω... Τις ζώ ξανά και ξανά στο μυαλό μου τα βράδυα κοιτώντας τον να κοιμάται.
Με παίρνει αγκαλιά ασυναίσθητα και βουτάει τη μουσουδίτσα του στο λαιμό μου. Η ανάσα του με κρατάει ζεστή όλο το βράδυ. Είναι ήρεμος... Γαλήνιος...
Το πρωί με ξυπνάει με ένα φιλί στο μέτωπο. Τόσο τρυφερό. Σα να είμαι παιδί του τρυφερός, μα και τολμηρός... Δεν φοβάται να μου πεί όσα νοιώθει. Δεν κρατιέται πίσω όπως τότε...
Χτές το βράδυ μου πήρε ένα κουτάκι. Ένα ξύλινο μικρό κουτάκι για να βάζω μέσα αναμνήσεις. Ξέρει πόσο μ’αρέσει να κρατάω αναμνήσεις. Το μυαλό σε προδίδει καμιά φορά. Κι εγώ θέλω να θυμάμαι...
Έβαλα μέσα ένα χαρτάκι ποτισμένο στο αρωμά του και εκείνα τα εισητήρια απο τον κινηματογράφο.
Πόσο όμορφα είναι όλα όταν είναι εκείνος εδώ!!
Αν υπήρχε ένα προσωπικός παράδεισος για τον καθένα μας, ο Έτσι θα είχε σίγουρα θέση στον δικό μου!

(Συνεχίζεται...)

Wednesday, 22 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 30)

Έβαλε και τα δύο γράμματα στο συρτάρι και πήγε να τον βρεί.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τόσο δυνατά, που νόμιζε πως θα πεταχτεί απο το στήθος της!
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένα τεράστιο χαμόγελο καρφωμένο στο αναψοκοκκινισμένο προσωπό της.
Πήρε τα κλειδιά, και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, σα να φοβόταν πως αν αργήσει λίγο, θα τον χάσει πάλι... Θα χάσει το παραμύθι της.

Έβαλε λίγο κραγιόν τρέχοντας και άρπαξε το άρωμά της πρίν βγεί απο το σπίτι...

Ο χρόνος τόσο μικρός μέσα στα χέρια της να εξαφανίζεται και ταυτόχρονα να έχει κολλήσει. Τα δευτερόλεπτα φαίνονταν αιώνες μέχρι να τον δει... Και μετά.... Η στιγμη εκείνη κράτησε μια αιωνιότητα. Σταμάτησε να αναπνέει μέχρι να φανεί η πολυκατοικία στην γωνία του τετραγώνου!
Εκείνος την περίμενε στην είσοδο και μόλις την είδε, σα να 'χαν περάσει χρόνια, την αγκάλιασε και την έσφιξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Την φίλησε λες κι ήθελε να πιεί ζωή απο τα χείλη της. Την κοιτούσε και χανόταν στα μάτια της. Η Μαρία το έβλεπε καθαρά... Όλες οι τύψεις και οι ενοχές είχανε εξαφανιστεί στα μάτια του. Ήταν ελεύθερος να της δώσει όλη του την αγάπη. Ελεύθερος...
Το ίδιο βράδυ χώρισε κι εκείνη με τον Δημήτρη. Μια μικρή ποταπή σχεδόν ηλίθια θα μπορούσε να πεί, δικαιολογία... Για τον Έτσι ούτε λέξη.Τα γράμματα δεν τα έστειλε ποτέ.

(Συνεχίζεται...)

Tuesday, 21 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 29)








Zωή σου είναι ό,τι έδωσες


τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες


το άσπρο χαρτί.




-Γιώργος Σεφέρης-




-Χωρίσαμε.
- Πώς; Τί της είπες;
- Δέν έχει σημασία. Σημασία έχει οτι χωρίσαμε. Τώρα είμαι ελεύθερος. Τώρα μπορώ να είμαι μαζί σου.- Μα...
-Τί μα; Εσύ δεν θέλεις να είσαι μαζί μου; Θα χωρίσεις κι εσύ τον Δημήτρη και θα πάμε να μείνουμε μαζί. Όπως το είχαμε ονειρευτεί...-Της είπες για μας;
- Όχι.-Τότε τί της είπες; Γιατί της ζήτησες να χωρίσετε;
-Δεν έχει σημασία Μαρία. Σημασία έχει μονάχα το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι οτι χωρίσαμε.
- Μα πώς δεν έχει σημασία Έτσι μου; Αν δεν της είπες οτι θές να χωρίσεις για άλλη γυναίκα, τότε η Κατερίνα θα έχει ακόμα ελπίδες. Θα προσπαθήσει να σε ξανακερδίσει. Εδώ που τα λέμε, έτσι κι αλλιώς θα προσπαθήσει να σε ξανακερδίσει.
-Αγάπη μου... Δεν έχει νόημα να τα λέμε απο το τηλέφωνο. Έλα απο δώ. Θα σε περιμένω στο δωμάτιο μας σε μία ώρα. Εντάξει;
- Εντάξει.




(Συνεχίζεται...)

Thursday, 2 July 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 28)






«Ήταν κι όλας αργά κι όμως δεν φεύγαμε
Πικρή η συνομιλία και δεν τελείωνε
Και τί συνομιλία να πείς – φράσεις μισές
«τώρα πιά μόνο...» ή «ποιός ξέρει άν...»
Αλόη Σιδέρη




Ξύπνησε νωρίς, πήρε τα δύο γράμματα προσεκτικά στα χέρια της, τα δίπλωσε στα τέσσερα και τα έβαλε σε φακελάκια.
Η διεύθυνση του Έτσι στο ένα, η διεύθυνση του Δημήτρη στο Άλλο.
Κόλλησε τα γραμματόσημα, δεν έβαλε αποστολέα και τα ακούμπησε στο τραπεζάκι.
Σε λίγο θα πήγαινε να τα στείλει και το απόγευμα θα έπαιρνε το καράβι για το νησί. Για μακριά... Για πάντα...
Ο μόνος τρόπος να πάψει να πληγώνει τους γύρω της αλλά και τον εαυτό της, είναι να φύγει...
Χτυπάει το τηλέφωνο. Δεν το σηκώνει.
Είναι ο Έτσι.
-Τί να θέλει κι αυτός πρωί πρωί;
Ξαναχτυπάει...
Δεν απαντάει...
Το είχε πάρει απόφαση, δεν έχει πισωγυρίσματα τώρα. Δεν θα αλλάξει γνώμη.
Ξαναχτυπάει....




Λές να έπαθε τίποτα;




Όχι δεν θα το σηκώσω!

Έρχεται μήνυμα:

«Χώρισα!»

Ξαναχτυπάει το τηλέφωνο...

Monday, 22 June 2009

Ο Έτσι και η Μαρία (Συνέχεια 27)







Δεν είχε νοιώσει έτσι, ποτέ ξανά σε όλη της τη ζωή. Κομμένη σε χίλια κομμάτια, σχισμένα σε ακανόνιστα σχήματα, τόσο μπερδεμένα που θα έβαζε στοίχημα πως ποτέ δεν θα ενωθούν ξανά. Μέσα στο μυαλό της η αμφιβολία για το αν κάνει το σωστό, να την έχει κυριεύσει.
Στιγμές στιγμές νοιώθει πως δεν μπορεί να ξεχωρίσει το παραμύθι απο την πραγματικότητα. Σκέφτεται λογικά ή μήπως αρχίζει να τρελαίνεται; Πόσο αδιανόητα διάφανα είναι τα όρια της παράνοιας αυτή τη στιγμή. Σαν ριζόχαρτο στα φύλλα ενός ανθολογίου. Ένα βίαιο γύρισμα της σελίδας και βρίσκεσαι αντιμέτωπη με την ψυχρή πραγματικότητα των ξεραμένων φύλλων.
Επέλεξε να είναι μόνη. Όχι σαν λύτρωση, μα σαν τιμωρία. Και τώρα θα πληρώσει... Θα πληρώσει που επέλεξε να γυρίσει την πλάτη στον απόλυτο αμοιβαίο έρωτα. Που πούλησε τόσο φτηνά κάτι που άλλοι ονειρεύονται μια ζωή να αποκτήσουν. Σε ξένο βωμό θυσίασε ευτυχίες άλλων ανθρώπων μα και τη δική της. Κι όταν στις μάχες ήταν η ώρα να στεφθεί νικητής, παρέδωσε τα όπλα και προσκύνησε ηττημένη.

Συνεχίζεται...