Showing posts with label poems. Show all posts
Showing posts with label poems. Show all posts

Friday, 19 April 2013

Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες




Να βιαστώ να ξεκουμπώσω
το πουκάμισό σου,
να φιλήσω το πρόσωπό σου,
ν’ αγγίξω το σώμα σου.
Να βιαστώ να σ’ αγαπήσω
καταχωρώντας σε
στο μητρώο των άστρων.
Κι αύριο,
σαν ξημερώσει,
να σε κάνω ποίημα.

Θέλω τον έρωτά σου
στο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.




Ελένη Μαυρογονάτου

Tuesday, 16 February 2010

Το θεμα ειναι τωρα τι λες!

"Το θεμα ειναι τωρα τι λες

Καλα φαγαμε καλα ηπιαμε

Καλα τη φεραμε τη ζωη μας ως εδω

Μικροζημιες και μικροκερδη συνοψιζοντας

Το θεμα ειναι τ ω ρ α τι λες.


Στο παιδι μου

Στο παιδι μου δεν αρεσαν ποτε τα παραμυθια

Και του μιλουσανε για Δρακους και για το πιστο σκυλι

Για τα ταξιδια της πενταμορφης και για τον αγριο λυκο

Μα στο παιδι δεν αρεσαν ποτε τα παραμυθια

Τωρα, τα βραδια, καθομαι και του μιλω

Λεω το σκυλο σκυλο, το λυκο λυκο, το σκοταδι σκοταδι,

Του δειχνω με το χερι τους κακους, του μαθαινω

ονοματα σαν προσευχες, του τραγουδω τους νεκρους μας,

Α, φτανει πια!

Πρεπει να λεμε την αληθεια στα παιδια."

Sunday, 31 January 2010

Ξέρεις τι είναι προδοσία;


"Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες
το σεσημασμένο φιλί.
Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
θα επιστρέψω εξολοκλήρου

αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
κεντήθηκε με καυτή βελόνα
τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.

Ξέρεις τι είναι προδοσία;
Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
κάθε σώμα
καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
όπως είναι η στάση της πίστης
η στάση της αγάπης
μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
με μόνη θέα νύχτα μέρα
καρφωτή στα μάτια
την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.

Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
ο αντζέντης της προδοσίας;
Το προδοτικό φιλί.
Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
με την αθανασία
εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
οι οθόνες των αιώνων

γιατί αυτό το φιλί
είναι που διεγείρει
την καταπιεσμένη αγριότητα
προσηλυτίζει το αίμα
στη θρησκεία του θανάτου
εκείνο είναι που
κόβει την ανάσα των θρήνων

κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
είναι γιατί θυμάμαι
ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
την πόρτα της προδοσίας
αλλά το προδοτικό φιλί της
δεν μου το έδωσες.

Γράψε μου σε παρακαλώ
τη διεύθυνσή του."

Saturday, 23 January 2010

Στ' αστεία παίζαμε!


"Στ' αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας

Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.

Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ' το φως της ημέρας
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη

Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Kλέφτες!

...

Στα ψέματα παίζαμε"

Friday, 22 January 2010

Επέστρεφε...

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με -
-όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1912)

Sunday, 29 November 2009

Το κομμένο σχοινί



Το κομμένο σχοινί


μπορείς να το ξαναδέσεις


θα κρατήσει πάλι, ωστόσο


θα ‘ναι κομμένο.






Ίσως, πάλι ν΄ ανταμώσουμε,


μα εκεί που μ΄άφησες


δεν πρόκειται ποτέ


να με ξαναβρείς...




Μπέρτολτ Μπρέχτ

Friday, 30 October 2009

Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας




"Δώσ' μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ' όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;
...μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;

Πως θ' άνοιγα μια πόρτα όταν δε θα 'τανε για να σε συναντήσω
πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα 'ναι για να σε βρω.
Ήταν σα να 'χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη.

Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε...
...ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.
Kι ήταν σα να 'χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

...έτσι λέει ο Hλίας: "εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα"
κι ας τού χουν κόψει και τα δυο του χέρια.

Kι έτσι κάθε βράδυ η λάμπα έσβηνε τη μέρα μας.
Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.
Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.

Σ' εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Mα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Ύστερα ερχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ' όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ' όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη. Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη...

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί
.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του
παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου, που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά...

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θα 'ναι δικά μας.

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν
στο ήρεμο ψωμί,
στα δίκαια χέρια,
στην αιώνια ελπίδα,
πώς θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,
να 'χουμε πεθάνει... "

Tuesday, 20 October 2009

ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ


"ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ ΚΑΝΟΥΝ ΕΝΑ ΨΩΜΙ,
ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΧΟΡΤΑΡΙ,
ΑΦΗΝΟΥΝ ΣΑ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΙΣΚΙΟΥΣ ΠΟΥ Σ'ΕΝΑΝ ΣΜΙΓΟΥΝ,
ΑΦΗΝΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΕΝΑΝ ΗΛΙΟ ΑΔΕΙΟ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ.



ΑΠ'ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΔΙΑΛΕΞΑΝΕ ΤΗ ΜΕΡΑ:
ΔΕ ΔΕΘΗΚΑΝ ΜΕ ΝΗΜΑΤΑ
ΜΑ Μ'ΕΥΩΔΙΕΣ ΜΟΝΑΧΑ,
ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΑΝ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ Η ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ".

Saturday, 10 October 2009

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμενω. Σε φουαγιε θεατρου.

Ωσπου ν' αρχισει η παρασταση

βλεπω τι παιζεται πλαγιως εντος ενυδρειου που διασκεδαζει την αναμονη

Τετραγωνο περιπου σαν κουτι παπουτσιων στο νουμερο της υπερβολης.

Σε γωνια σφηνωμενο για να γευονται διπλη ασφυξια οι τοιχοι.
Μικρα ψαρακια οσο το χρυσαφί του ηλιου επανω σε χρυσομυγας ξεριζωμενο βομβο
τρεχουν πανικοβλητα.
Σκυλοψαρο τζαμιτα κυνηγα.
Νανος βυθος. Τον γαργαλαει ευκολα με τα κοντα της δαχτυλακια η επιφανεια.


Συνθλιβεται η πλευση συχνα στις συμπληγαδες πετρες - χαλικι ευρημα στεριανο.


Καθε τοσο αγωγος κρυμμενος στελνει βιαιο αερα, φουρτουνιαζει καπως η ανια


φυκια ξεμαλλιαζονται με πλαστικονολοφυρμο.


Για λιγο καταποντιζεται η ορατοτης.


Ωσπου μισοπνιγμενη την τραβανε κατα πανω κατι φυσαλιδες οξυγονου μικρες σαν
καρφιτσας κεφαλακι που βγαινουν απο των ματιων μου τη λιγοστη φιαλη


Τι λυπασαι, χρυσοψαρα ειναι ουτε που γνωρισαν θαλασσα ποτε τους


Και μεις ποσο ταχα γνωρισαμε? Κι ομως το νοσταλγουμε αυτο το διολου

Tuesday, 22 September 2009

πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου;


Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα;
Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.

Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα.
Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε.
Εκεί με κλειστά τα μάτια.


Από τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης (1994)

Saturday, 19 September 2009

Γρίφοι...


"Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.

Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φωςνα σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη".






Δημουλά Κική

Saturday, 5 September 2009

Nα ελπίζεις πάντα



Να ελπίζεις
να ελπίζεις πάντα
πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
που τους ρημάζει η τρομερή “ευκολία”
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους...

Wednesday, 12 August 2009

Η Σονάτα Του Σεληνόφωτος


(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο)

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

Άφησε με να έρθω μαζί σου....Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου)

Άφησε με να έρθω μαζί σου
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Άφησε με να έρθω μαζί σου...Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, -όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει -μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.

Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, -διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου.
Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες -8, 16, 32, 64, κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.

Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, -φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.

Άφησε με να έρθω μαζί σου... Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) -ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. -Όχι, δε φτάνει.

Άφησε με να έρθω μαζί σου ... Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνεσα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαροπέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου,πέρα πολύ. Δε φτάνει.

Άφησε με να έρθω μαζί σου.Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφένα στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζινα στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σουνα βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις.Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεναντέχω.

Άφησε με να έρθω μαζί σου....Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του,δεν εννοεί να πεθάνει.Επιμένει να ζει με τους νεκρούς τουνα ζει απ' τους νεκρούς τουνα ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου τουκαι να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς τουσ' ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.Άφησε με να έρθω μαζί σου.Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,κάτι θα τρίξει, -ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,κάποια βήματα ακούγονται, -δεν είναι δικά μου.Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές,διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσειςκαθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτοσαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, -πως να το φέρω; -Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, -αυτό μου απόμεινε,αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.

Άφησε με να έρθω μαζί σου...Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του αρκούδαμε το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμοένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφή-νουν πιαν να βγουν έξω μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουντο περπάτημα της γριάς αρκούδας κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για πού και γιατί έχει βαρύνει, δεν μπορεί πιανα χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτουτην τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνετα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανετο μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.

Άφησέ με να έρθω μαζί σου...Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, -σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,ν' ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν πάντως εγώ τα δίνω.

Άφησέ με να έρθω μαζί σου...Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,-τι δυνατό φεγγάρι, -η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνωνα μην κοιτάξω μέσα, -αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου μην κοιτάξεις μέσα,έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, μην κοι-τάχτε,ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,ανάσα ωκεανού.
Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, -πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες..
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;

Άφησέ με να έρθω μαζί σου.... Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάριτην πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,την πολιτεία του μεροκάματου,την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,να μην ακούω πια τα βήματα σουμήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.Καληνύχτα..


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αι-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) ...

Monday, 10 August 2009

Δειλινό

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά,
μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα - αλλά κι εγώ ποιός ήμουν;
ένας πρίγκηπας του τίποτα ένας τρελός για επαναστάσεις
κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

Sunday, 9 August 2009

Το μήνυμα

" Σε γνωρισα ναυαγος σε μια μεγαλη πολη
που οι ανθρωποι περνουν και χανονται
με μια βουη ωκεανου.

Κι ηταν σαν θαυμα το πως βγηκαν
καινουρια λογια απ' το στεγνο μου στομα.
Τ' αποθεσα χωρις καμμιαν εγγυηση,
παραλογα
σ' ενα μπουκαλι και το' ριξα στην ασφαλτο.

Ηξερα πως δεν ειχα τιποτα να περιμενω
μα δε βρισκομουν πια στην πρωτη νιοτη μου
κι η συνεση γινοταν μια πολυτελεια
δυσβασταχτη."

Wednesday, 29 July 2009


Απομονώθηκα και δύναμη ξάχνω να βρω
στο τέλος της μαρτυρικής αυτής σελίδας να βγω
Γιατί κι αν εγώ ζωγράφισα της νουβέλας μας την αρχή
γνωρίζοντας μα και ερήμην μου την ώθησα να ξεβαφεί

Με του ανέμου τα φυσήματα σηκώθηκα και χορέψα
μα το μαντήλι μου έπεσε κι όμως εγώ δεν σκόνταψα
Κι ήταν θαρρείς χυμοί εκείνα που με πότιζαν
κι αν η αθλιότητα και η υποκρισία φώναζαν;

Γυρίζω πίσω για να δω συντρίμια και πόνο
μα όχι στα μάτια σου, στα δικά μου μόνο
Τώρα που εγώ απέτυχα και φτώχεψα μπροστά σου
κι αν μ' έδιωξες και έφυγες, θα'μαι ξανά κοντά σου

Να'ρχεσαι μες στις σκέψεις μου να σε φιλοξενήσω
τα σύννεφα στο πρόσωπο μ' ένα φιλί να σβήσω
Κι αν πάλι αυτά σου μοιάζουνε με γκρίζα κωμωδία
ελπίδα κρύβω μέσα μου να γίνει μελωδία....


Γ.

Saturday, 20 June 2009

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΥΩΔΙΑ

"Μερικές φορές η ερημιά γίνεται ανυπόφορη, παίρνεις τότε έναν αριθμό τηλεφώνου έστω για ν’ακούσεις μια φωνή, ζητάς ένα όνομα «λάθος» σου απαντάνε
Όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε, και τα χέρια που κρατήσαμε...
Παιδί κρυβόμουν πίσω απο τον κομό, εκεί ήταν το άπειρο, αλλά δεν χωρούσε παρα μόνο εμένα- γι’αυτό σας λέω μη ζητάτε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πιά, καθόμουν πίσω απο τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της πόλης
Έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών – τί θ’απομείνει λοιπόν
Τι θ’απομείνει απο τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;
Ένα όνομα και δύο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός θα τις σβήνει σιγά σιγά.
Όλοι φεύγουμε, χωρίς να μάθει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Γιατί; Τί φταίει;
Ή μήπως όλα γίνονται για κάποιο λόγο μυστηριώδη; Ένα άλυτο αίνιγμα ίσως ή μια τιμωρία;

Αλλά τα βράδια τί όμορφα που μυρίζει η γή – ώ ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου..."
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Monday, 25 May 2009

Ο Πληθυντικός Αριθμός

Ο έρωτας,όνομά ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν
ενικού αριθμού
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού
γένους ανυπεράσπιστου.

Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος, όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός: οι φόβοι.

Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμόςοι νύχτες.

Οι νύχτες από δω και πέρα.

Monday, 18 May 2009

άτιτλο

"Θαρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα .

Να το θυμάσαι Μαρία ...

Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις.
Εσύ εισ' η ελπίδα .

Άκου θάρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές με γυρμένους απέξω
Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια .

Οι άνθρωποι -σκέψου!
- θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες .

Να φυλάξεις μονάχα σε μια μεγάλη φιάλη με νερό λέξεις και έννοιες σαν και αυτές απροσάρμοστοι - καταπίεση - μοναξιά - τιμή - κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας .

Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί .
Και θαρθούνε κι άλλοι .

Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά
- τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο:

'Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος'.

Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία" .

Saturday, 11 April 2009