Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς και είχε στο κεφάλι του ένα κερατάκι.
Το είχε πολύ κρυφό, μα πώς να το κρύψει και από τον κουρέα του;
Κάθε φορά όμως που πήγαινε να του κόψει τα μαλλιά, ο βασιλιάς τον φοβέριζε
να μην το πει σε κανένα, γιατί θα του πάρει το κεφάλι.
Άλλος κανένας δεν το ήξερε εκτός από τον κουρέα του βασιλιά.
Ο κουρέας δεν μπορούσε να βαστάξει το μυστικό, μα φοβόνταν πάλι.
Τι να κάνει; Πού να το ειπεί;
Πήγε σ’ ένα πηγάδι, έσκυψε απο πάνω και φώναξε μ’ όλη του την καρδιά:
Ο βασιλιάς έχει κερατάκι!
Ύστερα από λίγον καιρό το πηγάδι ξεράθηκε, και φύτρωσε μέσα του μια καλαμιά.
Η καλαμιά μεγάλωσε και μια μέρα πέρναγεν ένας τσοπάνης, έκοψε την καλαμιά κι έκανε μια φλογέρα και την έπαιζε.
Μα η φλογέρα έλεγε:
Μπι, μπι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι!
Το άκουσεν ένας, το άκουσεν άλλος, το έμαθεν όλη η χώρα,
έφτασε και στ’ αυτιά του βασιλιά.
Στέλνει ο βασιλιάς, φωνάζει τον κουρέα.
– Πού τον είπες αυτόν το λόγο; τον ρωτάει.
Ο καημένος ο κουρέας ορκιζόταν πως δεν το είπε σε κανένα.
Μόνο μια φορά, λέει, δεν βάσταξα και πήγα και το είπα μέσα στο πηγάδι.
Φωνάζουν και τον τσοπάνη κι αυτός μαρτύρησε πως τη φλογέρα την έκαμε από ένα καλάμι που βγήκε μέσα στο πηγάδι.
Έτσι φανερώθηκε πως κάποτε ριζώνουν και τα λόγια.<>
(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 1994)
"Good judgment comes from experience, and often experience comes from bad judgment." Rita Mae Brown
Showing posts with label Παραμύθια. Show all posts
Showing posts with label Παραμύθια. Show all posts
Monday, 5 October 2009
Saturday, 12 September 2009
Η Ηλιαχτίδα και ο Σκοτεινούλης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια Ηλιαχτίδα. Ήταν όμορφη... πολύ όμορφη... Όχι δεν είχε ξανθά μαλλιά και μπλέ μάτια, δεν ήταν ψηλή και αδύνατη με αναλογίες μοντέλου (μετά fotoshop). Είχε όμως μια λάμψη... μια φλόγα... κάτι που καμία άλλη ηλιαχτίδα δεν είχε. Χαμογελούσε και έλαμπε ο κόσμος όλος. Τραγούδαγε και τα πουλιά ακολουθούσαν τη βελούδινη φωνή της σα μαγεμένα.
Μια μέρα, η Ηλιαχτίδα μας, αποφάσισε να πάει σε μια πλευρά του δάσουν που δεν είχε ξαναπάει. Ήταν απαγορευμένο για όλες τις ηλιαχτίδες να πηγαίνουν στο ανήλιαγο βαλτότοπο που απλωνόταν κάτω απο τα τεράστια πλατάνια. Η Ηλιαχτίδα αψήφησε τους νόμους και πήγε.
Μπαίνοντας τρομαγμένη με μικρά προσεκτικά βήματα κάτω απο τη σκέπη των αγέροχων δέντρων, είδε στο βάθος του δρόμου μια σκιά. Φορούσε στέμα...
-Λές να είναι βασιλιάς... ή πρίγκηπας αυτής της παράξενης χώρας ; Σκέφτηκε...
Πήγε κοντά για να δεί καλύτερα μα όσο κι αν προσπάθησε δεν τα κατάφερε να περάσει απαρατήρητη. Η λάμψη της την πρόδιδε απο μίλια μακριά.
Σκοτείνιασε λιγάκι ... όσο μπορούσε... για να ταιριάξει στο τοπίο, μάζεψε όλο της το θάρρος και του μίλησε.

-Γειά σου! Είμαι η Ηλιαχτίδα. Εσένα πώς σε λένε;
- Γειά σου! Της απάντησε φανερά ενοχλημένος απο το φως. Εγώ είμαι ο Σκοτεινούλης. Μήπως μπορείς σε παρακαλώ να σκοτεινιάσεις λίγο περισσότερο; Δεν είμαι συνηθισμένος σε τέτοια λάμψη και πονέσανε τα μάτια μου.
Η Ηλιαχτίδα ντράπηκε και άρχισε να σβήνει λίγο λίγο μέσα σε ένα κόκκινο βαθύ σκοτεινό φως για να μην ενοχλεί τον Σκοτεινούλη.
-Είσαι ο Βασιλιάς εδώ; Τον ρώτησε διστακτικά...
-Ναι. Είμαι ο Βασιλιάς αυτού του τόπου εδώ και πολλά χρόνια. Της απάντησε σοβαρός ο Σκοτεινούλης.
-Και δεν φεύγεις ποτέ; Συνέχεισε λίγο πιο άνετη η Ηλιαχτίδα.
-Κάθε μερικές χιλιάδες χρόνια πρέπει να αλάζουμε βαλτότοπο με άλλος βασιλιάδες Σκοτεινούληδες αλλά μετά επιστρέφουμε πάλι εδώ. Εδώ είναι το σπίτι μου. Της απάντησε λιγότερο κουμπωμένος αυτή τη φορά.

Ο Σκοτεινούλης και η Ηλιαχτίδα άρχισαν να μιλάνε χωρίς σταματημό. Εκείνη τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις κι εκείνος μαγεμένος απο την ομορφιά της δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του απο πάνω της. Μιλάγανε και μιλάγανε και μιλάγανε... ώσπου πέρασαν ώρες και μέρες και μήνες και χρόνια.! Ο χρόνος μετράει αλλιώτικα όταν η παρέα είναι ευχάριστη.
Χωρίστικαν για λίγο –έπρεπε η Ηλιαχτίδα να γυρίσει σπίτι της να ενημερώσει τους δικούς τησ-μα σύντομα ήταν και πάλι μαζί. Και κοιτάζονταν και μιλούσαν και γελούσαν και ερωτεύονταν. Μέχρι που πέρασαν μήνες και χρόνια...
Μια μέρα ο Σκοτεινούλης της είπε πως θα φύγει.
-Πού θα πάς; Τον ρώτησε με δάκρυα στα μάτια...
-Πρέπει να πάω να ζήσω σε ένα άλλο δάσος για λίγο καιρό. Έτσι γίνεται κάθε 2000 χρόνια απο τότε που ήμουνα μικρός. Πάντα έφευγα και πήγαινα στο επόμενο δάσος. Ο βασιλιάς πρέπει να εξελίσσεται. Να προχωράει. Να γίνεται καλύτερος.
-Κι εγώ; Κι εγώ τί θα κάνω χωρίς εσένα; Τον ρώτησε όλο παράπονο η Ηλιαχτίδα.
- Εσύ μπορείς να έρθεις μαζί μου αμα θέλεις. Μα εκείνο το δάσος που θα πάω είναι πιο σκοτεινό και πιο μεγάλο απο τούτο δω. Θα πρέπει να μειώσεις κι άλλο το φως σου αν θες να είσαι μαζί μου εκεί. Πρέπει να γίνεις σκοτεινή.
Η Ηλιαχτίδα τον αγαπούσε πολύ. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εκείνον. Ήθελε να πάει μαζί του και το έκανε. Πώς θα ζούσε μακριά του;
Έσβησε λοιπόν το φως που έκαιγε στην ψυχή της και πήγε να τον βρεί στο νέο δάσος. Μόλις πλησίασε, τον κοίταξε στα μάτια, του χαμογέλασε... μα εκείνος σα να μην την ξέρει, γύρισε την πλάτη του και έφυγε.Μα... πως; Χιλιάδες ερωτηματικά στο κεφάλι της, τα δάκρυα να τρέχουν απο τα μάτια της. Γιατί δεν τη θέλει;
Έκλαιγε για τρία μερόνυχτα. Τα δάκρυα της πότισαν το χωμα και σχημάτισαν μια λίμνη γύρω απο τα πόδια της. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ειδωλό της στα σκοτεινά νερά. Μα ποιο είναι αυτό το κορίτσι;
Μια συνηθισμένη γυναίκα, λίγο γερασμένη, λίγο σκοτεινή, με μάτια πρησμένα απο το κλάμμα. Τίποτα πάνω της δεν θύμιζε την ηλιαχτίδα. Τίποτα πάνω της δεν είχε μείνει απο τον παλιό φωτεινό εαυτό της.
-Μα πώς άλλαξα έτσι; Αναρρωτήθηκε... Πότε έγινε και δεν το κατάλαβα;
Έκλαιγε για τρία μερόνυχτα. Τα δάκρυα της πότισαν το χωμα και σχημάτισαν μια λίμνη γύρω απο τα πόδια της. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ειδωλό της στα σκοτεινά νερά. Μα ποιο είναι αυτό το κορίτσι;
Μια συνηθισμένη γυναίκα, λίγο γερασμένη, λίγο σκοτεινή, με μάτια πρησμένα απο το κλάμμα. Τίποτα πάνω της δεν θύμιζε την ηλιαχτίδα. Τίποτα πάνω της δεν είχε μείνει απο τον παλιό φωτεινό εαυτό της.
-Μα πώς άλλαξα έτσι; Αναρρωτήθηκε... Πότε έγινε και δεν το κατάλαβα;
Αποφάσισε να φύγει απο το δάσος. Να αφήσει για πάντα τον αγαπημένο της Σκοτεινούλη και να ψάξει να βρεί τον εαυτό της. Πήγε λοιπόν στο δάσος της. Εκεί που μεγάλωσε... μα κι εκεί κανείς δεν τη γνώριζε πια. Τα πουλιά δεν τραγουδούσαν στο περασμά της, αλλά έφευγαν τρομαγμένα, οι φίλοι της φωτεινοί και αστραφτεροί δεν άντεχαν τα σκοτάδια που κουβαλούσε μαζί της.
Μετέωρη ανάμεσα σε δύο κόσμους, σέρνεται στις σκιές της ζωής που κάποτε έλαμπε γύρω της. Δεν είχε δρόμο να πάει ούτε μπροστά μα ούτε πίσω πια. Πώς να γίνει πάλι φωτεινή η ψυχή της; Πώς να ταιριάξει εδώ οπου όλα έμειναν ίδια; Πώς να ταιριάξει εκεί που κι η ίδια άλλαξε για πάντα; Άρχισε πάλι να κλαίει απαρηγόρητη. Όχι για τον Σκοτεινούλη αυτή τη φορά, ούτε για τους φίλους της . Μα για τον ίδιο της τον εαυτό. Για το φώς που έκαιγε μέσα της και αψήφιστα το άφησε να σβήσει.
Sunday, 26 July 2009
Τώρα ξέρω τι είμαι εγώ!!
Μια αλατένια κούκλα, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια μέχρι που σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας. Είχε μαγευτεί από την υγρή κινούμενη μάζα που δεν έμοιαζε με τίποτα από όλα όσα είχε δει ως τότε.
"Τι είσαι;" ρώτησε η αλατένια κούκλα.
"Έλα μέσα και δες μόνη σου" απάντησε η θάλασσα με ένα χαμόγελο.
Έτσι, η αλατένια κούκλα προχώρησε τσαλαπατώντας προς τα μέσα.
Όσο πιο βαθιά προχωρούσε τόσο περισσότερο διαλυόταν μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή.
Πριν διαλυθεί και το τελευταίο μέρος της η κούκλα αναφώνησε με θαυμασμό.
"Τώρα ξέρω τι είμαι εγώ "!
Monday, 29 June 2009
Tuesday, 23 June 2009
Το παιδί και το ψαράκι
Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν μόνο ένα παιδί και το σπούδαζαν. Ήταν φτωχοί άνθρωποι οι κακόμοιροι. Ήταν ο γέρος ψαράς, εψάρευε και ζούσαν και σπούδαζαν και το παιδάκι. Ο γέρος, όμως, αρρώστησε και πέθανε και το παιδί παράτησε τα γράμματα. -
Μάννα, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα μου.
-Μα εγώ, παιδί μου, σ' έχω για να σε σπουδάσω, δε σ' έχω για να πας να γίνεις ψαράς.
-Όχι μάννα, θα μάθω του πατέρα την τέχνη, μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής σε παρακαλώ.
Αναγκάστηκε, λοιπόν, η μάννα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα του, τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα.
Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα. Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι ετσίμπησε το δόλωμα. Σηκώνει το καλαμίδι και το βγάνει το ψαράκι.
Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:
-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Παράτηθε με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.
-Και πώς θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;
-Θα φωνάκθειθ τ' όνομά μου. Και πώς σε λένε;
-Με λένε Νου.
Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα. Ξαναβάζει πάλι το δόλωμα στ' αγκίστρι και το ρίχνει στη θάλασσα.
Πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει.
Μιλεί το ψαράκι και του λέει:
-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Άφηθέ με να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.
-Α!, λέει, δε σ' αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα και το άφησα κι εκείνο.
-Άφηθέ με και μένα να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με πιάνειθ άλλη φορά.
-Και πού θα σε βρω εγώ να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;
-Θα μου φωνάκθειθ τ' όνομά μου.
-Και πώς σε λένε;
-Με λένε γνώθη. Να με φωνάκθειθ κι εγώ μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.
Παρατά το παιδί το ψαράκι. Πάει λίγο παρέκει, ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι.
Και είπε:
-Καλό είναι αυτό να το πάρω. Θα το πάω σπίτι να το τηγανίσει η μάννα μου.
Και το ψαράκι του είπε:
-Γιατί να με παθ θτη μάννα θου έτθι μικρό που είμαι; Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε οκτώ μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.
-Και πού θα σ' εύρω να σε πιάσω;
-Φώνακθε τ' όνομά μου. Με λένε Θουβλί.
Παρατά κι αυτό το ψάρι. Εβράδιασε κιόλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.
-Καλησπέρα μάννα μου.
-Καλώς το παιδί μου. Πού είναι τα ψάρια που έφερες;
-Έπιασα, μάννα μου, τρία και μου είπαν να τ' αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από οχτώ μέρες να πάω να τα πιάσω.
Πέρασαν οι οχτώ μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια. Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει με όλη του τη δύναμη:
"Νου, Νου, Νου...."
Από τα βάθη της θάλασσας ακούει μια φωνή να λέει:
-Αν είχεθ νου, δε θα μ' άφηνεθ.
Ύστερα φωνάζει:
"Γνώση, Γνώση, Γνώση..."
Το ψαράκι πάλι φωνάζει:
"Αν είχεθ γνώθη δε θα μ' αφηνεθ".
Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:
"Σουβλί, Σουβλί, Σουβλί..."
Και το ψαράκι απαντά:
-Θτη μύτη θου να μπει!
Κι έτσι το παιδί κατάλαβε ότι το κορόιδεψαν κι έβαλε μυαλό.
Μάννα, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα μου.
-Μα εγώ, παιδί μου, σ' έχω για να σε σπουδάσω, δε σ' έχω για να πας να γίνεις ψαράς.
-Όχι μάννα, θα μάθω του πατέρα την τέχνη, μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής σε παρακαλώ.
Αναγκάστηκε, λοιπόν, η μάννα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα του, τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα.
Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα. Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι ετσίμπησε το δόλωμα. Σηκώνει το καλαμίδι και το βγάνει το ψαράκι.
Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:
-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Παράτηθε με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.
-Και πώς θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;
-Θα φωνάκθειθ τ' όνομά μου. Και πώς σε λένε;
-Με λένε Νου.
Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα. Ξαναβάζει πάλι το δόλωμα στ' αγκίστρι και το ρίχνει στη θάλασσα.
Πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει.
Μιλεί το ψαράκι και του λέει:
-Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκκαλα; Άφηθέ με να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.
-Α!, λέει, δε σ' αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα και το άφησα κι εκείνο.
-Άφηθέ με και μένα να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με πιάνειθ άλλη φορά.
-Και πού θα σε βρω εγώ να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;
-Θα μου φωνάκθειθ τ' όνομά μου.
-Και πώς σε λένε;
-Με λένε γνώθη. Να με φωνάκθειθ κι εγώ μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.
Παρατά το παιδί το ψαράκι. Πάει λίγο παρέκει, ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι.
Και είπε:
-Καλό είναι αυτό να το πάρω. Θα το πάω σπίτι να το τηγανίσει η μάννα μου.
Και το ψαράκι του είπε:
-Γιατί να με παθ θτη μάννα θου έτθι μικρό που είμαι; Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε οκτώ μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.
-Και πού θα σ' εύρω να σε πιάσω;
-Φώνακθε τ' όνομά μου. Με λένε Θουβλί.
Παρατά κι αυτό το ψάρι. Εβράδιασε κιόλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.
-Καλησπέρα μάννα μου.
-Καλώς το παιδί μου. Πού είναι τα ψάρια που έφερες;
-Έπιασα, μάννα μου, τρία και μου είπαν να τ' αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από οχτώ μέρες να πάω να τα πιάσω.
Πέρασαν οι οχτώ μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια. Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει με όλη του τη δύναμη:
"Νου, Νου, Νου...."
Από τα βάθη της θάλασσας ακούει μια φωνή να λέει:
-Αν είχεθ νου, δε θα μ' άφηνεθ.
Ύστερα φωνάζει:
"Γνώση, Γνώση, Γνώση..."
Το ψαράκι πάλι φωνάζει:
"Αν είχεθ γνώθη δε θα μ' αφηνεθ".
Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:
"Σουβλί, Σουβλί, Σουβλί..."
Και το ψαράκι απαντά:
-Θτη μύτη θου να μπει!
Κι έτσι το παιδί κατάλαβε ότι το κορόιδεψαν κι έβαλε μυαλό.
Friday, 5 December 2008
Νεραΐδόσκονη
Βρήκα εκείνο το κουτί με τη νεραΐδόσκονη.Το είχα γεμίσει για σένα. Για να στολίσεις τα όνειρά σου, για να ρίξεις στους ώμους σου, να βγάλεις φτερά, να πετάξεις μακριά...
Βρήκα εκείνο το κουτί να λάμπει μοναχό του στο βάθος της ντουλάπας μου. Πόσο καιρό να είναι εκεί άραγε;
Περάσαν κι όλας μέρες ... μήνες ... ίσως περάσαν χρόνια...
Γιατί δεν στο έδωσα τότε;
Περίμενα την κατάλληλη στιγμή...
Που ποτέ δεν ήρθε...
Το τυλίγω σε ένα κατακόκκινο χαρτί περιτυλίγματος με προσοχή να μην χυθεί η πολύτιμη νεραιδόσκονη...
Αύριο το πρωί πρέπει να πάω στο ταχυδρομείο να στο στείλω.
Δεν ξέρω που
βρίσκεσαι... Δεν ξέρω αν είσαι ευτυχισμένος... Δεν ξέρω αν έφτασες τελικά τα όνειρά σου ή αν τα κυνηγάς ακόμα, αλλά πάντα χρήσιμα είναι δυο νεραΐδοφτερά στους ώμους σου...Λίγη αγάπη στην καρδιά σου...
Ένα κόκκινο τυλιγμένο κουτί με νεραΐδόσκονη στα χέρια σου...
Tuesday, 14 October 2008
Θέλω ένα παραμύθι...
Δεν είναι οι αγάπες ποτέ όπως στα παραμύθια.
Κανένας μαγικός πρίγκηπας δεν θα καταφέρει με τα φιλιά του να σε βγάλει απο το λήθαργό σου.
Κανένας ιππότης δεν θα σκοτώσει τους δράκους της ζωής σου.
Καμιά νεράιδα δεν θα σε μεταμορφώσει σε πριγκήπισα και κανένας πρίγκηπας δεν θα ασχοληθεί να βρεί σε ποιόν ανήκει το γοβάκι που έχασες.
Σήμερα η σταχτομπούτα καθαρίζει ακόμα την κουζίνα της περιμένοντας κάτι να αλλάξει...
Η ωραία κοιμωμένη κοιμάται τα βράδυα μόνη προσμένοντας τον πρίγκηπα που δεν έρχεται...
Η χιονάτη δάγκωσε το μήλο και έμεινε με τη γεύση του δηλητήριου στο στόμα...
Κανένας δεν θα δώσει τη ζωή του για την αγάπη. Εδώ που τα λέμε, ούτε καν μέρος της ζωής του δεν θα δώσει. Γιατί να θυσιάσουμε; Γιατί να αλλάξουμε; Αφού μπορούμε κάλλιστα να αφήσουμε τα «Προβλήματα» πίσω μας και να πάμε για άλλα.
Ποιός παλεύει για τη σχέση του στις μέρες μας;
Ποιός παλεύει να κρατήσει δίπλα του αυτόν που αγαπά;
Κανένας μαγικός πρίγκηπας δεν θα καταφέρει με τα φιλιά του να σε βγάλει απο το λήθαργό σου.
Κανένας ιππότης δεν θα σκοτώσει τους δράκους της ζωής σου.
Καμιά νεράιδα δεν θα σε μεταμορφώσει σε πριγκήπισα και κανένας πρίγκηπας δεν θα ασχοληθεί να βρεί σε ποιόν ανήκει το γοβάκι που έχασες.
Σήμερα η σταχτομπούτα καθαρίζει ακόμα την κουζίνα της περιμένοντας κάτι να αλλάξει...
Η ωραία κοιμωμένη κοιμάται τα βράδυα μόνη προσμένοντας τον πρίγκηπα που δεν έρχεται...
Η χιονάτη δάγκωσε το μήλο και έμεινε με τη γεύση του δηλητήριου στο στόμα...
Κανένας δεν θα δώσει τη ζωή του για την αγάπη. Εδώ που τα λέμε, ούτε καν μέρος της ζωής του δεν θα δώσει. Γιατί να θυσιάσουμε; Γιατί να αλλάξουμε; Αφού μπορούμε κάλλιστα να αφήσουμε τα «Προβλήματα» πίσω μας και να πάμε για άλλα.
Ποιός παλεύει για τη σχέση του στις μέρες μας;
Ποιός παλεύει να κρατήσει δίπλα του αυτόν που αγαπά;
Subscribe to:
Posts (Atom)

